Ανεξάρτητες Αρχές, καλές άμα δεν είναι στημένες

Ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος στην Χώρα του Ήλιου και της Θάλασσας και τα μποφόρ στην θάλασσα είχαν γαληνέψει, στο Ηλιόφωτο. Η παρέα, του Βαγγέλη, είχε μαζευτεί σε τραπεζάκι έξω από το καφενείο της Πολυξένης και είχε ξαναρχίσει η κουβέντα για τις Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές.
Η απορία του Βαγγέλη, για το τι είναι, είχε λυθεί, μα έμενε το ζήτημα, πως θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σωστά, ώστε να εξυπηρετούν, πραγματικά, το συμφέρον των απλών ανθρώπων.

Ο Δάσκαλος που του άρεσε να παρακολουθεί αυτές τις συζητήσεις, μα σπάνια ανακατευόταν, θεώρησε ότι έπρεπε να πει, ότι το καλό στην Πολιτεία δεν μπορούσε να αφήνεται στην τύχη, αλλά να το εμπιστεύονται σ αυτούς που με την ζωή τους έχουν αποδείξει ότι το υπηρετούν. Πήρε, λοιπόν, τον λόγο και είπε:
«Η ανεξαρτησία μιας σπουδαίας, για την ζωή των απλών ανθρώπων, Επιτροπής πρέπει να είναι εξασφαλισμένη από τον Νόμο και όχι .να εξαρτιέται από τον καλό, ή κακό, χαραχτήρα των ανθρώπων που διορίζονται από τα κόμματα. Μα και την ίδια την ιδέα της ανεξαρτησίας, αλλιώς την έχουν οι άρχοντες και αλλιώς ο κοσμάκης. Οι άρχοντες, τις λένε ανεξάρτητες, επειδή τις έχουν έξω από το μπάχαλο της κρατικής σκουριάς. Ο κοσμάκης, όμως, δεν τις θεωρεί ανεξάρτητες, αφού το κουμάντο τους το έχουν στην ουσία τα κόμματα, μια και αυτά διορίζουν όποιους θέλουν για μέλη τους. Όποιος δεν υπακούει βρίσκουν τρόπο να τον βάλουν στην μπάντα, ή καταργούν στην πράξη, όλη την Διοικητική Αρχή.
Στις χώρες που είναι πραγματικά ανεξάρτητες οι ΑΔΑ, τα μέλη τους ή εκλέγονται, ή είναι άνθρωποι, που κατέχουν, ή κατείχαν, συγκεκριμένα μεγάλα πόστα, (ex officio), και τους σέβεται ο κόσμος. Οι άρχοντες εκεί, έχουν καλούς φανερούς σκοπούς και όχι πονηρές σκοπιμότητες, που πρέπει να κρύβονται καλά. Για παράδειγμα, αυτοπαινεύτηκαν ότι το φτιάξιμο, των ΑΔΑ, αποτελεί μια πολύ σπουδαία απόφαση. Δεν είναι σπουδαίο, όμως, το να βάζεις κάποιους άλλους να βγάζουν τα κάστανα από τη φωτιά, για δικό σου λογαριασμό. Είναι παληομοδίτικη φτηνή κατεργαριά. Πέρα, που είναι ανάξιο αρχόντων μιας χώρας να το λένε, όταν έχουν αντιγράψει και μάλιστα καθυστερημένα και με πολύ κακό τρόπο, κάτι που έχουν άλλες χώρες πριν από πολλά χρόνια.»

Αυτά που είπε ο Δάσκαλος, παρακίνησαν τον Μενέλαο να προσθέσει δυο λόγια, για να δείξει πιο φανερά αυτό που είπε εκείνος πλάγια, από ευγένεια.
Έχοντας γνωρίσει από μέσα τα κόλπα του αρχοντολογιού, αφού και ο ίδιος ήταν, παληά, άρχοντας, δεν δίστασε να πει:
«Μα και οι τόσες κουβέντες, που έκαναν, για να βάλουν τις ΑΔΑ μέσα στο Σύνταγμα και είπαν ότι το έκαναν για να προστατέψουν εμάς, κόλπο της πεντάρας ήταν. Να καλύψουν τα μέχρι τότε λάθη τους και τα μελλοντικά τους άνομα κέρδη ήθελαν. Και αυτό φαίνεται, καθαρά, από το ότι διάλεξαν να τις φτιάξουν όπου υπήρχε ευκαιρία για μεγάλη μάσα, ή έπρεπε να μπουν μεγάλες απαγορέψεις, που θα δυσαρεστούσαν τον κοσμάκη.
Πρέπει να ανησυχούμε πολύ, για το ό,τι έχουν δώσει δύναμη σε ανθρώπους, που διόρισαν οι ίδιοι, σαν να τους είχαμε ψηφίσει εμείς. Ιδίως, αν βάλουμε στο μυαλό μας ότι οι ΑΔΑ κουμαντάρουν τα πιο κρίσιμα κομμάτια της δημόσιας ζωής μας, όπως το ΑΣΕΠ για τους διορισμούς στο Δημόσιο, το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο που βάζει ένα φρένο στα χάλια της τηλεόρασης, την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα που δεν επιτρέπει να βγαίνουν στην φόρα τα κρυφά των ανθρώπων, το Συνήγορος του Πολίτη που βρίσκουν οι απλοί άνθρωποι το δίκηο τους άμα τους ταλαιπωρεί η Πολιτεία, η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων που νοιάζεται να γίνεται σωστά η επικοινωνία μας, η Τράπεζα της Ελλάδος που εξασφαλίζει το σωστό κουμάντο των χρημάτων όλης της Χώρας μας, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που δεν αφήνει να γίνονται λαμογιές στο χρηματιστήριο, την Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας που δεν αφήνει να γίνονται παιχνίδια στο ηλεκτρικό, στο αέριο, στις ανεμογεννήτριες και σε όλα αυτά, που είναι απολύτως απαραίτητα για τη λειτουργία της Πολιτείας και τη ζωή του καθ’ ενός μας.
Μας παρουσιάζουν κάποιους σαν σοφούς, που τους βάζουν να ορίζουν την ζωή μας, μα εμείς δεν μπορούμε ούτε να τους ελέγξουμε, ούτε να τους αλλάξουμε. Τους άρχοντες, μπορούμε, να τους αλλάζουμε, άμα το παρατραβήξουν, ρίχνοντας την κυβέρνηση, αυτούς όχι.
Η πικρή αλήθεια είναι ότι οι άρχοντες θέλουν και την πίτα γερή και το σκύλο χορτάτο. Και να κουμαντάρουν όπως θέλουνε και κανένας να μην μπορεί να τους γκρινιάξει. Όλο και πιο πολύ, δηλαδή, ο κοσμάκης στη γωνιά . Μας πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες και δεν πρέπει να το ανεχόμαστε άλλο. Σ αυτές τις ΑΔΑ, δεν είδαμε ούτε καμιά ανεξαρτησία, ούτε καμιά καινούρια Αρχή, παρά μόνο ειδικές διοικητικές υπηρεσίες, που κάνουν ό,τι τους πουν κρυφά οι άρχοντες και δεν ξέρουμε αν είναι για το δικό τους συμφέρον ή το δικό μας.»

Ο κυρ Βασίλης, που έχοντας ζήσει σε άλλες χώρες του άρεσε η τάξη και άμα έβλεπε ότι πήγαινε να γίνει κάτι καλό και στον τόπο του, το υποστήριζε φανατικά, όταν είδε πως η κουβέντα πήγαινε ενάντια στις ΑΔΑ, ανησύχησε και τους πήρε από τα μούτρα :
« Έ, για σταθείτε. Επειδή τα δικά μας κόμματα μουρντάρεψαν τις ΑΔΑ, πάει να πει πως πρέπει να βγάλουμε και τις ίδιες άχρηστες ;. Είναι καινούρια κομμάτια της Πολιτείας μας, στα οποία μπορούμε να απαιτήσουμε να υπηρετούν διαλεχτά πρόσωπα της Χώρας μας, πολύ χρήσιμα για να παίρνουν πρεπούμενες αποφάσεις, που δεν είναι σε θέση να τις πάρουν οι άρχοντες. Με το πολύ μυαλό τους και τα πολλά που ξέρουν, ο καθένας στην επιστήμη του, μπορούν να παίρνουν πολύ σωστές αποφάσεις που θα βοηθάνε τη ζωή όλων μας.
Πρέπει, λοιπόν, να υπάρχουν, μα στα πόδια μας, για να μας υπηρετούν και όχι στο κεφάλι μας για να μας κάνουν ότι θέλουν. Πρέπει, λοιπόν, αντί να διαλέγουν λίγοι αντιπρόσωποι των κομμάτων τα μέλη τους, να τα διαλέγουν πολλοί αντιπρόσωποι, από συγκεκριμένους μεγάλους συλλόγους των απλών ανθρώπων, όπως γίνεται στις άλλες χώρες, ώστε την εκλογή τους να την χρωστούν στους απλούς ανθρώπους και αυτούς μόνο να υπηρετούν. Πρέπει, δηλαδή, να απαιτήσουμε να φτιάχνονται και να δουλεύουν, κατά πως πρέπει, όπως και στις άλλες χώρες και όχι να θέλουμε να τις καταργήσουμε.»

Ο κυρ Γιώργης, που για όλα πονηρευόταν, πως κάτι κρύβουν από πίσω, τούτη τη φορά ένοιωσε πως τα είχαν πει όλα, τα κρυφά και τα φανερά, και πως ήταν ώρα για διασκέδαση. Έχοντας γεμάτη την τσέπη του, από την περιουσία και την δουλειά του, φώναξε την Πολυξένη και της παράγγειλε ρακές για όλους, λέγοντας της ότι τις κερνάει αυτός. Όλοι το δέχτηκαν με χαρά, μια και η σοβαρή κουβέντα στο καφενείο κουράζει γρήγορα.
Ο Βαγγέλης, που είχε ακούσει παραπάνω από όσα χωρούσε το μυαλό του, με πολλή ανακούφιση έπιασε το ποτηράκι του, μόλις ήρθαν στο τραπεζάκι οι ρακές και ήπιε στην υγειά του κυρ Γιώργη και όλων όσων μίλησαν.
Οι υπόλοιπες κουβέντες ήταν για τον καιρό, που δεν βοηθούσε την παραγωγή τους και σε λίγο άρχισαν να σκορπούν για τα σπίτια τους.

(Visited 34 times, 1 visits today)

Προσθήκη νέου σχολίου

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *