Η χαλασμένη πολιτική μηχανή

Είχε περάσει αρκετός καιρός, από τότε που ένας άρχοντας είχε υποσχεθεί στους Ηλιοφωτεινούς το πλάτεμα ενός στενού γεφυριού. Ήταν στον κεντρικό δρόμο, που πήγαινε στο χωριό, και με το ζόρι πέρναγε ένα αυτοκίνητο.

Η κουβέντα ήταν αναμμένη, για τα καλά, στο καφενείο της Πολυξένης, διότι είχε έρθει μια νταλίκα να φέρει ένα μεγάλο μηχάνημα στο χωριό, μα δεν χώρεσε να περάσει. Θυμός, λοιπόν, και αγανάκτηση. Πρώτος, πρώτος, ο Κωσταντής φώναζε, αγριεμένος:
«Μα δεν ντρέπονται, καθόλου, πια; Όλο ψέματα, μας λένε. Υποσχέσεις, υποσχέσεις και κούφια λόγια. Τι πράγματα είναι αυτά ; Ας ξανάρθει ο Φιγούρας και οι άλλοι κομματικοί και θα τους τα πω χοντρά.»

Ο Φιγούρας ήταν ο τοπικός βουλευτής, άνθρωπος που αγαπούσε το χωριό, μα παρά τις προσπάθειές του, δεν είχε πείσει τον αρμόδιο Υπουργό να διαθέσει τα χρειαζούμενα λεφτά για το πλάτεμα του γεφυριού, που είχε τάξει. Ήταν και ο ίδιος εξάρτημα μιας μηχανής, που δεν δούλευε με τον σωστό τρόπο και την πλήρωνε κι αυτός κάθε φορά που γινόταν η στραβή. Άκουγε, όλα τα σκολιανά, από τους απλούς ανθρώπους, διότι αυτός μιλούσε μαζί τους, ενώ οι τρανοί άρχοντες του κέντρου βασίλευαν στα γραφεία τους, μακρυά από τον κοσμάκη.

Το πολύ μεγάλο πρόβλημα, στην Χώρα του Ήλιου και της Θάλασσας, ήταν ακριβώς αυτό. Οι απλοί άνθρωποι, όπως ο Κωσταντής, όταν στραβοπήγαιναν τα πράγματα, έριχναν όλα τα βάρη, μόνο στα πρόσωπα των αρχόντων. Αυτούς έβλεπαν σαν υπεύθυνους και αυτούς κατηγορούσαν, σαν ανάξιους. Κανένας δεν έψαχνε πιο βαθειά, να δει, πραγματικά, τι φταίει. Μα δεν είχαν άδικο, αφού, μαντρωμένοι μέσα στα κόμματα, που όλα τα αποφάσιζαν οι αρχηγοί τους, δεν τους επιτρέπονταν να ανακατεύονται πουθενά. Δεν μπορούσαν, λοιπόν, να φανταστούν ότι δεν φταίνε τόσο οι χειριστές της μηχανής του κουμάντου της Χώρας, όσο η ίδια η μηχανή και ο τρόπος που δούλευε.

Οι γραμματισμένοι, δεν τους είχαν εξηγήσει ποτέ, ότι το μεγάλο λάθος, εξ αιτίας του οποίου πήγαινε για ναυάγιο η Χώρα τους, ήταν το ό,τι τα είχαν φορτώσει όλα στους άρχοντες και ο κοσμάκης καθότανε στην άκρη, χωρίς καμμιά αρμοδιότητα και ευθύνη. Στην ουσία, όμως, ήταν σαν να τα έχουν φορτώσει στον κόκορα.

Αυτά στριφογύριζαν στο κεφάλι του Μιχάλη, που ακούγοντας τον Κωσταντή να τα βάζει μόνο με τον Φιγούρα, κοντοστάθηκε, ενώ ήταν έτοιμος να φύγει και του είπε :
«Τα βάζεις με τον βουλευτή, μα για να πάει μια χώρα μπροστά, πρέπει να βοηθάνε όλοι, άρχοντες και λαός. Όχι, όμως, με διαταγές των απάνω προς τους κάτω, αλλά με κουβέντες που παίρνουν όλοι μέρος και αποφασίζουν το σωστό. Να, πχ, για το δικό μας γεφύρι δεν έπρεπε να αποφασίζει μόνος του ο Υπουργός, αλλά οι τοπικοί άρχοντες των γύρω χωριών, που ξέρουν τις ανάγκες της περιοχής. Θα άκουγαν κι εμάς και όλοι μαζί θα αποφασίζαμε το τι πρέπει να γίνει. Τα πράγματα θα γίνονταν, τότε, γρήγορα και σωστά. Δεν πρέπει, λοιπόν, να κατηγορούμε μόνο τον Φιγούρα, αλλά και το πώς δουλεύει η Πολιτεία μας.»

Είδε με πόσο ξάφνιασμα, είχαν παρακολουθήσει, οι υπόλοιποι, τα τελευταία λόγια του και ξανακάθισε στην καρέκλα του, βρίσκοντας την ευκαιρία να τους πει, όσα απασχολούσαν, από καιρό, το μυαλό του, γύρω από αυτό το θέμα.
«Η Πολιτεία μας είναι φτιαγμένη, δυστυχώς, για να λειτουργεί με λίγα αφεντικά, τους πολιτικούς, και πολλούς υποτακτικούς, εμάς τους απλούς ανθρώπους. Έτσι, επειδή η δύναμη που παίρνουν οι άρχοντες είναι πολλή, δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα, προκειμένου να την διατηρήσουν.
Για σκεφθείτε πόσοι άνθρωποι, με υπόληψη, μπαίνουν στην πολιτική, για να προσφέρουν στον τόπο και καταντούν πονηροί και συμφεροντολόγοι.
Πόσων, σπουδαίων ανθρώπων την προσωπικότητα, άλεσε η κρεατομηχανή της Πολιτείας μας. Ενώ ήταν έξυπνοι και ηθικοί, έχασαν την ελευθερία της γνώμης τους και έκαναν, ότι τους έλεγε ο αρχηγός του κόμματος, ο μεγάλος μάγος. Μετατράπηκαν σε υποτακτικούς του, σαν άψυχα ρομπότ, που έλεγαν το ψέμα πιο εύκολα από την αλήθεια και έκαναν το άδικο, χωρίς να νοιάζονται για το δίκηο.
Είναι ώρα να λογαριάσουμε αν πραγματικά φταίνε μόνο τα πρόσωπα των αρχόντων, για την κατάντια της Πολιτείας. Να δούμε πως, αν και συνεχώς τα αλλάζουμε, δεν διορθώνεται τίποτα. Αυτό δείχνει ότι κάτι μας ξεφεύγει.
Το ίδιο, το πολιτικό σύστημα, ενώ είναι σκάρτο, είναι και καταφερτζίδικο και τους ξεσκολίζει όλους στην μπαγαποντιά. Μιλάμε μόνο για σκάρτους πολιτικούς, ενώ η πολιτική μηχανή της Χώρα μας είναι που ρουφά ικανούς ανθρώπους σαν σφουγγάρι και σβήνει τα καλά τους, μεγαλώνοντας τα στραβά τους.»

Με αυτά που είπε ο Μιχάλης, η σκέψη όλων πήρε ένα άλλο δρόμο.
Ο Μενέλαος, σαν πιο ειδικός στην παρέα και πιο κουβαρντάς στα κεράσματα, παράγγειλε στην Πολυξένη άλλο ένα γύρο ρακές, με ντόπια ξερά σύκα και παίρνοντας μια βαθειά ανάσα, που έδειχνε μελαγχολία, είπε :
«Η αλήθεια είναι, φίλοι, ότι η Πολιτεία μας μοιάζει με μια χαλασμένη μηχανή, ξεπερασμένης τεχνολογίας, που όσο καλό υλικό κι αν της βάζεις, βγάζει σκάρτα προϊόντα. Δεν είναι τυχαίο, που επιστήμονες, καλλιτέχνες, αθλητές, περιφρονημένοι εδώ, πήγαν στο εξωτερικό και θριάμβευσαν. Όπως δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλοι ευεργέτες παλιότερα και οι μεγάλοι επιχειρηματίες μετά, σταδιοδρόμησαν στο εξωτερικό. Το βλέπουμε και σήμερα, που ενώ το όνειρο, κάθε νέου μας, είναι να ανοίξει τα φτερά του στον τόπο μας, η χαλασμένη πολιτική μηχανή, που έχουμε, τον σπρώχνει στο εξωτερικό, για να βρει, (και το βρίσκει), αυτό που του αξίζει. Αναγνώριση της αξιοσύνης του, ευκαιρίες για την δημιουργικότητά του, ορίζοντες για την ανέλιξή του.
Δεν είναι τυχαίο το ότι ποδοσφαιριστές μας πήγαν στο εξωτερικό και έγιναν περιζήτητα αστέρια, απλά και μόνο διότι βρέθηκαν σε καλά οργανωμένες ομάδες. Είμαστε σπουδαίοι παίκτες σαν άτομα, μα είμαστε χάλια σαν ομάδα. Οι προπονητές μας και εμείς οι ίδιοι, επιμένουμε να διατηρούμε ένα σύστημα, που μας πάει από την μια αποτυχία στην άλλη.
Μας έχει οδηγήσει στο να μην ψηφίζουμε τους αξιότερους, που μπορούνε να πάνε μπροστά τον τόπο, μα εκείνους που κρίνουμε ότι είναι καλύτεροι μεσολαβητές, για να εξυπηρετήσουν τα προσωπικά μας συμφέροντα. Μην κατηγορείτε, λοιπόν, συνέχεια μόνο τους βουλευτές, διότι στο τέλος-τέλος κι αυτοί θύματα της ίδιας σκάρτης μηχανής είναι. Η μηχανή πρέπει να αλλάξει και όχι μόνο οι χειριστές της.»

Όλοι, βέβαια, περίμεναν ότι ο Μενέλαος, σαν παληός βουλευτής, θα υποστήριζε το σινάφι του. Όμως, να που εκτός από αυτό, τους έδωσε και να καταλάβουν ότι με το να βρίζουν μόνο τους πολιτικούς δεν θα γλυτώσουν από την φτώχεια. Με ποιο τρόπο ;

Έ, αυτό είναι μια άλλη ιστορία, για την Κυριακή, που μας έρχεται.

(Visited 40 times, 1 visits today)

Προσθήκη νέου σχολίου

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *