Μονοπώλιο εξουσίας και ανάγκη περιορισμού Αντιπροσώπευσης (Α μέρος)

Στη Χώρα Του Ήλιου και της Θάλασσας, οι άνθρωποι διάλεγαν, κάθε 4 χρόνια σαν άρχοντες, αυτούς που νόμιζαν ότι θα είναι οι καλύτεροι στο κουμάντο της Πολιτείας τους. Tους έλεγαν, με το χέρι στην καρδιά, ότι εμείς σας ψηφίζουμε και από εδώ και πέρα μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε εσείς, χωρίς να μας ρωτάτε, αρκεί να γίνεται καλύτερη η ζωή όλων μας.

Όσο πέρναγαν, όμως, τα χρόνια, η ζωή τους γινόταν όλο και χειρότερη. Εκεί που νόμιζαν ότι είχαν διαλέξει τους πιο σωστούς και ικανούς, μόλις τους κάθιζαν στις αρχοντικές καρέκλες παρουσιάζονταν σαν μπαμπέσηδες και ζημιάρηδες, αν και τους είχαν τάξει ότι όλα μπορούν να τα διορθώσουν.

Για πολλά χρόνια, πίστευαν ότι φταίνε οι ίδιοι, που δεν ήξεραν να διαλέγουν τους σωστούς άρχοντες. Με τον καιρό, όμως, όταν απελπίστηκαν, είπαν ότι δεν μπορεί να κάνουν συνέχεια λάθος οι ίδιοι. Κάτι άλλο θα φταίει.

Άρχισε, λοιπόν, μια μεγάλη κουβέντα στα σπίτια, στις, δουλειές και στα καφενεία, για το τι ήταν αυτό που έπρεπε να αλλάξει.

Όλοι ήξεραν ότι, με βάση τους νόμους τους, ο Λαός είναι κυρίαρχος στην χώρα τους, μα δεν το ένοιωθαν καθόλου, αφού όλο το κουμάντο στην Πολιτεία τους, το έκαναν οι άρχοντες. Κάποιοι άρχισαν να αναρωτιούνται μήπως το να παραδίνουν την πρόοδό τους μόνο στη θέληση των αρχόντων ήταν στραβό και λαθεμένο.

Μια τέτοια συζήτηση γινόταν σε μια παρέα, στο χωριό Ηλιόφωτο, μέσα στο μαγαζί της Πολυξένης, με τη γευστική μελόρακη. Ο κυρ Θάνος, που πάντα στριφογύριζε τα πράγματα στο μυαλό του, πιο πολύ από τους άλλους, άκουγε τα παράπονα και τις απορίες των άλλων, χωρίς να μιλά, μα κάποια στιγμή πήρε τον λόγο και είπε στην παρέα τους:

«Έχω την ιδέα, πως οι εκλογές, που τις θαρρούμε ότι είναι το σπουδαίο μας δικαίωμα, είναι απλά μια φάκα. Μας τάζουνε διάφορα, τους πιστεύουμε και τους ψηφίζουμε, όχι για να κάνουν τελικά όσα μας έταξαν, αλλά για να μας βλέπουν μέχρι τις άλλες εκλογές, σαν σαβούρα. Την στιγμή που τους ψηφίζουμε λένε ότι είμαστε μυαλωμένοι, αλλά για 4 χρόνια μετά, μας βλέπουν σαν άμυαλους, διότι νομίζουν ότι μαζί με την ψήφο μας πάει όλη μας εξυπνάδα σ’ αυτούς.

Μας ξεγελούν μια στιγμή και μετά μένουμε μπλοκαρισμένοι, μέσα στη φάκα, για 4 χρόνια, χωρίς να έχουμε δικαίωμα να μετανιώσουμε. Είμαστε, βέβαια, ελεύθεροι να κάνουμε ό,τι θέλουμε, αλλά έξω και μακρυά από το κουμάντο. Αυτό το θεωρούν ότι είναι καταδικό τους, πια. Δηλαδή το δικαίωμα που είχαμε να είμαστε αφεντικά και τους το δώσαμε δανεικό, το παίρνουν για υποχρέωσή μας και παντοτινό δικό τους δικαίωμα.

Αυτό θαρρώ πως είναι που τους κάνει φαταούληδες και νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους, γράφοντας στα παπούτσια τους την γνώμη μας. Αφού τους ψηφίσουμε, μας πιπιλίζουν το μυαλό πως είμαστε ανίκανοι να κρίνουμε μόνοι μας ποιο είναι το καλύτερο και για το πιο μικρό δημόσιο πράγμα.

Μας λένε ότι αυτοί μπορούν να να μας κάνουν την χώρα των θαυμάτων, μα τελικά τα θαύματα γίνονται μόνο για εκείνους. Από απλοί άνθρωποι γίνονται, μόλις ψηφιστούν, μεγάλοι και τρανοί και καλοπερνούν για πάντα.»

Όσο τα άκουγε αυτά ο Κωσταντής, που δεν δεχότανε μύγα στο σπαθί του, όλο και ξάναβε. Ακούς εκεί, σκεφτότανε, να μας λογαριάζουν για ένα τίποτα. Και ποιοι είναι αυτοί που μας βλέπουν σαν σκουπίδια; Μέχρι χτες δεν ήταν ανάμεσά μας;

Πήρε, λοιπόν τον λόγο και όπως πάντα φουριόζος, άρχισε να καυτηριάζει την συμπεριφορά των αρχόντων.

«Το τροπάρι τους, ότι δεν είμαστε άξιοι να ξεχωρίσουμε το σωστό από το λάθος, είναι μεγάλη και ξεδιάντροπη ψευτιά τους. Και πράγματα ξέρουμε και έξυπνοι είμαστε και σωστά διαλέγουμε και γι’ αυτό έχουμε προκόψει οι πιο πολλοί στα νοικοκυριά μας. Το μόνο μας λάθος είναι ότι τους παραδίνουμε το κουμάντο και αυτοί ζημιώνουν και την Χώρα μας κι εμάς.

Μας βεβαιώνουν για την προστασία τη ελευθερίας μας, μα εγώ δεν θέλω να χρωστώ σε κανένα την δική μου. Ελεύθερος είναι όποιος σιγουράρει την ελευθερία του μόνος του. Όταν σε προστατεύει άλλος, γίνεσαι, θες δεν θες, υποταχτικός του. Ας αφήσουν, λοιπόν, τα κάλπικα πως μας φροντίζουν, γιατί δεν το μπορούμε μόνοι μας, και ας κοιτάξουν να τα βγάζουν πέρα με αυτά που ανέλαβαν να κάνουν. Φορτώθηκαν βάρη, που δεν μπορούν να σηκώσουν και όλο ξεφεύγουν με ψευτιές, κοψομεσιασμένοι. Όλοι τους νοιάζονται για τον εαυτό τους και πότε-πότε γι αυτούς που τους ψήφισαν. Όμως, η βασική υποχρέωσή τους είναι το να μελετούν και να ψάχνουν, προσεκτικά, πως θα λύσουν τα προβλήματα της Χώρας. Μας λένε να μη μας νοιάζει, διότι θα τα λύσουν όλα και θα μας σώσουν από όλα. Μα αυτοί ακόμη και το δικαίωμα, που είναι και υποχρέωση, που τους δίνουμε να ψηφίζουν σύμφωνα με αυτό που τους λέει το μυαλό και η καρδιά τους, το ξεχνούν και κάνουν ότι τους λένε οι αρχηγοί τους, ακόμη και όταν δεν συμφωνούμε εμείς, που μας αντιπροσωπεύουν.

Έχουν μπει όλοι για τα καλά στα μαντριά των κομμάτων. Όλα αυτά πρέπει να δούμε πως θα αλλαχτούν γρήγορα, προτού ρημάξει η γη μας και χάσουμε τα υπάρχοντά μας.»

Το δυσκόλεμα της ζωής στο χωριό, είχε ταρακουνήσει όλους και κάθονταν και συζητούσαν πράγματα που άλλοτε ούτε τα σκεφτόντουσαν. Παληότερα, αν κάποιος άρχιζε να μιλά γι αυτά βαριόνταν να τον ακούν. Τώρα, όμως, ήταν όλοι με τα αυτιά τεντωμένα και παρακολουθούσαν την κάθε λέξη με πολλή προσοχή. Συμφωνούσαν με αυτά που άκουγαν, διότι τα ζούσαν οι ίδιοι, μα δεν καταλάβαιναν πως θα μπορούσαν οι ίδιοι να αλλάξουν ο,τιδήποτε, αφού αυτά ήταν δουλειά των αρχόντων. Δεν είχε μπει καθόλου στο μυαλό και το πετσί τους αυτό που είχαν μάθει ότι το λένε Λαϊκή Κυριαρχία. Το έλεγαν, όπως και τις λέξεις Δημοκρατία και Λαός, αλλά νόμιζαν ότι αυτά είναι μόνο στα χαρτιά και στα λόγια και όχι στην πράξη. Κι όμως μπορούν να γίνουν.

Πως; Θα το διαβάσουμε την Κυριακή (Β Μέρος)

Προσθήκη νέου σχολίου

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιβεβαίωση * Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.