Συνταγματική Αναθεώρηση, με νέο σκεπτικό υπέρ του πολίτη

Η πολιτική αναμπουμπούλα συνεχιζόταν στην Χώρα του Ήλιου και της Θάλασσας, διότι οι άρχοντες ήταν ανίκανοι να δουν τις πραγματικές ανάγκες και να πάρουν τις σωστές πρωτοβουλίες, για να πάει μπροστά η Χώρα. Άλλαζαν, από καιρό σε καιρό, το Σύνταγμα, Αναθεώρηση το έλεγαν, μα πάντα κρατούσαν το ίδιο λαθεμένο σκεπτικό του. Δεν μπορούσαν, ούτε ήθελαν, να καταλάβουν ότι στις άλλες προοδευμένες δημοκρατίες, δεν φιγουράριζαν, πια, ταμπέλες προστασίας, μα ευκαιρίες συμμετοχής των απλών ανθρώπων στο κουμάντο της Πολιτείας και ιδιαίτερα στο χτίσιμό της. Ξανάφτιαχναν, λοιπόν, το Σύνταγμα, οι ίδιοι, οι χαλαστές του, όπως τους βόλευε, αδιαφορώντας για το ό,τι ζημιώνονταν το κράτος και οι απλοί άνθρωποι. Ό,τι άλλαζαν ήταν για να κρατούν με πιότερο πείσμα, το μονοπώλιο του κουμάντου.

Η μιζέρια, που καταπλάκωνε όλη τη Χώρα, είχε υποχρεώσει, ακόμη και τους απλούς ανθρώπους, να κουβεντιάζουν αυτά τα ζητήματα, που άλλοτε ούτε περνούσαν από το μυαλό τους. Από την μια η τηλεόραση και από την άλλη η μαυρίλα που είχε πέσει στη ζωή τους, έκανε τον καθένα να αναρωτιέται, πως είναι δυνατόν, να αλλάζουν, οι άρχοντες, το Σύνταγμα, που είναι το ευαγγέλιο της πολιτικής ζωής για όλους και να μην ρωτούν κανέναν. Στα παπούτσια τους έγραφαν, τόσο τους απλούς ανθρώπους, όσο και τα πνευματικά κέντρα, τα επιμελητήρια και τις χιλιάδες συλλόγους και σωματεία, που υπήρχαν

Φυσικό ήταν να γίνονται συζητήσεις και στο καφενείο της Πολυξένης, στο Ηλιόφωτο. Ένα κυριακάτικο πρωινό, που έπιναν, μετά την Εκκλησία, τον καφέ τους διάφοροι νοικοκυραίοι του χωριού, ο κυρ Θάνος, ο πιο διαβασμένος από αυτούς που ήταν εκεί, ακούγοντας τα παράπονα για την Αναθεώρηση, ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του, άφησε το φλιτζάνι του στο τραπέζι και τους είπε:
«Ακούστε να σας πω εγώ, ποια είναι η αλήθεια, όχι κατά τη δική μου γνώμη, αλλά κατά πως την είπαν οι ίδιοι οι άρχοντες, όταν έκαναν τις τελευταίες αλλαγές στο Σύνταγμα . Αυτές που ονόμασαν μεγάλη Αναθεώρηση και είπαν ότι την έκαναν για μας.
Ο ίδιος ο αντιπρόσωπος της τότε Κυβέρνησης ομολόγησε ότι, «μας νοιάζει το πώς δουλεύει το κουμάντο εσωτερικά, και πολύ λίγο έχουμε ασχοληθεί με τον απλό άνθρωπο». Μόνοι τους το παραδέχονται, δηλαδή, ότι φτιάχνουν τα δικά τους, αλλά αδιαφορούν, για μας..
Αναγνώρισε, ακόμη, ότι η «Βουλή δεν παίρνει αποφάσεις, μετά από ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των αρχόντων όλων των κομμάτων, αλλά είναι γνωστό από την αρχή, ότι θα ψηφιστούν όσα και ό,τι φέρνει η κυβέρνηση». Δηλαδή η Βουλή, λειτουργεί σαν συμβολαιογραφείο, που απλά καταγράφει και επισημοποιεί, με ψηφοφορίες ό,τι Νόμο βολεύει τον Πρωθυπουργό.

Υποστήριξε, επίσης, ότι «είναι αρκετό, (για τους άρχοντες), αν ο απλός άνθρωπος έχει την αίσθηση ότι οι αποφάσεις παίρνονται μετά από κουβέντα και άρα δεν είναι αποκομμένος από το κουμάντο.» Δήλωσε, δηλαδή, ότι κάνουν ότι θέλουν και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να φαίνεται πως κι εμείς συμφωνούμε. Είναι μαθημένοι και νοιώθουν καμάρι, να μας κοροϊδεύουν και σ αυτό, βέβαια, τα καταφέρνουν μια χαρά.
Μα δεν σταμάτησε εκεί. Στη συνέχεια είπε με καμάρι ότι «η αναθεώρηση οριστικοποιεί καταστάσεις που υπάρχουν.» Ούτε λίγο, ούτε πολύ, παραδέχθηκε, δηλαδή, ότι πράγματα που έπρεπε να τα έχουν προβλέψει και να τα έχουν βάλει στο Σύνταγμα, ήρθαν εκ των υστέρων να τα θεσμοθετήσουν. Έκαναν, δηλαδή τον Γάμο, για να υιοθετήσουν, το εξώγαμο. Έτσι, όμως, το Σύνταγμα όχι μόνο δεν στέλνει μηνύματα, όπως έλεγαν καμαρώνοντας, αλλά αφουγκράζεται, πολύ καθυστερημένα, αυτά που έρχονται από την κοινωνία.»

Όλη η παρέα ξαφνιάστηκε, από το ότι οι ίδιοι οι άρχοντες είχαν παραδεχθεί, μοναχοί τους, τέτοιες τρανταχτές αλήθειες. Ο Κωσταντής, ο πιο επιθετικός της παρέας, που πάντα έδειχνε την αγανάκτησή του με θυμό, πιάστηκε από τα τελευταία λόγια του κυρ Θάνου και έδωσε την δική του συνέχεια στην κουβέντα.
«Να σας πω εγώ τι είπε ένα άλλος από την Αντιπολίτευση, πιο εξυπνάκιας, Δεν καταλάβαινε «γιατί να ανατραπεί το σκεπτικό του Συντάγματος, αφού είναι επιτυχημένο.» Ακούς εκεί, να λέει ότι το Σύνταγμα είναι μια χαρά, όταν όλη η Χώρα μας είναι ένα καζάνι που βράζει, εξ αιτίας του.
Με τσαντίζει η ψευτιά και η υποκρισία τους, μα πιο πολύ θυμώνω, διότι αυτοί αλλάζουν αυτά που ορίζουν την ζωή μας κι εμείς τους κοιτάζομαι με σταυρωμένα χέρια. Ούτε που ένοιαξε, τόσα χρόνια κανέναν μας, ότι η γνώμη μας είναι του πεταμού, από το ίδιο το Σύνταγμα, αν και έχει φέρει το χάος στην πολιτική μας ζωή Έτσι, ούτε και οι άρχοντες δεν νοιάστηκαν για το ότι οι απλοί άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι, σύμφωνα με το Σύνταγμα, μόνο να ακούνε και να υπακούνε. Και το κρέμασμά τους να ετοιμάζουν δεν έχουν το δικαίωμα να διαμαρτυρηθούν με επίσημο τρόπο. Στη δημοκρατία, όμως, ταιριάζει οι απλοί άνθρωποι και να μιλούν και να ακούγονται και να αποφασίζουν.»

Ήθελε να συνεχίσει ο Κωσταντής , μα σηκώθηκε, από την θέση του ο Βαγγέλης, ο νεαρός της παρέας, που χωρίς πολλά γράμματα τα μάθαινε όλα, διότι ρωτούσε αυτούς που ήξεραν και τον διέκοψε, λέγοντας:
«Μα ακόμα δεν έχεις καταλάβει ότι κατά την γνώμη τους, είμαστε υποχρεωμένοι, να ακούμε και να ανεχόμαστε αυτούς που κάνουν κουμάντο, ακόμη και όταν λένε ότι αυτοί δεν φταίνε σε τίποτα και για όλα φταίμε εμείς ;
Ή όταν λένε ότι όλη αυτή η δυστυχία και η βαθειά κρίση που βρίσκεται ο τόπος μας, δεν προέρχεται από δικές τους παραλείψεις, αλλά από την δική μας πολιτική αμορφωσιά;
Είναι φανερό πως θέλουν να διατηρήσουν το σκεπτικό, που έχει σήμερα το Σύνταγμα, αφού φτάνει και περισσεύει για να είναι αυτοί πάντα οι μόνοι κουμανταδόροι για όλα, με νόμιμο τρόπο. Κατάλαβες Κωσταντή; Μην θυμώνεις, λοιπόν, γιατί ζορίζεσαι άδικα.»

Αυτός ο διάλογος έκανε εντύπωση στον Γιάννη, με το ότι μέσα από τις κατά καιρούς απλές συζητήσεις τους, αυτοί οι καθημερινοί άνθρωποι, είχαν αναλύσει μέσα τους ιδέες που πριν την κρίση, ούτε καν υποψιάζονταν.
Αποφάσισε, λοιπόν, να μπει και ο ίδιος στην κουβέντα και τους είπε :
«Υπάρχει, πραγματικά, ένα ολοζώντανο, τελείως απαράδεκτο για δημοκρατία, αφεντηλίκι κι ας κάνουν πως δεν το βλέπουν. Δεν τους βολεύει να αποδεχτούν πως αυτό είναι πολύ στραβός τρόπος λειτουργίας της δημοκρατίας. Μιλάνε για ψήφο συνείδησης, μα εννοούν τυφλή υπακοή στους αρχηγούς των κομμάτων. Διαφημίζουν την Λαϊκή Κυριαρχία, μα την εννοούν, μόνο αν οι ίδιοι την αντιπροσωπεύουν και την εκφράζουν.
Επειδή, λοιπόν, έτσι συμβαίνουν τα πράγματα, κάθε φορά που αλλάζει το Σύνταγμα, χωρίς να συμμετέχουν καθόλου οι απλοί άνθρωποι, δεν είναι αναμενόμενο ότι κάτι θα τους δώσουν, αλλά ότι κάτι θα τους πάρουν. Φοβούνται, λοιπόν, για τα χειρότερα και μαζεύονται σαν τον σκαντζόχοιρο, κοιτάζοντας να σιγουρέψουν αυτά που έχουν. Δεν αισθάνονται ότι κάτι από αυτά που συζητιούνται θα αλλάξει, προς το καλύτερο, τη δική τους ζωή, μια και κανείς δεν ενδιαφέρεται να τους ρωτήσει τι θα προτιμούσαν.
Έτσι, οι αναθεωρήσεις, όχι μόνο δεν καταπράυναν, αλλά αντίθετα δυνάμωναν, κάθε φορά, την διάθεση των ανθρώπων να κλείνονται στον εαυτό τους. Δεν έκαναν καλά, όμως, διότι έτσι υποτάσσονταν, όλο και πιο πολύ, χωρίς να το καταλαβαίνουν, στη θέληση των αρχόντων. Κι’ όταν χλομιάζει ο μύθος της συλλογικής προσπάθειας, χλομιάζουν και οι ελπίδες για ένα καλύτερο Αύριο.»

Από όσα είχαν ειπωθεί, μέχρι τη στιγμή που ο Γιάννης σταμάτησε, ήταν φανερό πως οι άρχοντες είχαν την μεγάλη ευθύνη, αλλά όχι την μόνη, για το ότι δεν είχε διορθωθεί και δεν είχε ψηφιστεί ένα πιο δημοκρατικό Σύνταγμα. Έφταιγαν λίγο και οι απλοί άνθρωποι, που δεν είχαν απαιτήσει κάποιες αλλαγές για δικό τους λογαριασμό.
Ο Στάθης, ο αριστερός ψάλτης, που ασχολούνταν με την πολιτική, αλλά πάντα ήταν εναντίον των αρχόντων, αυτή την φορά, πήρε τον λόγο και υπερασπίστηκε έναν φίλο του αριστερό άρχοντα, διότι αυτά που είχε πει, ήταν σαν να έβγαιναν από την καρδιά του ίδιου. Είπε, λοιπόν:
«Λέτε, λέτε κατηγόριες, μα δεν λέτε κι’ ένα καλό λόγο γι αυτούς που έχουν πει σωστά πράγματα. Διάβασα, την ομιλία ενός φίλου μου άρχοντα, στην Βουλή για την μεγάλη Αναθεώρηση και θαύμασα τα σταράτα του λόγια.
Τι κουτοπόνηρη, τι πολυλογού, τι κατεργάρικη, τι οπισθοδρομική, την ανέβασε και την κατέβασε. Ξεκαθάρισε, λεβέντικα, ότι το μόνο που νοιάζει τους άρχοντες, είναι να διαχειρίζονται μόνοι τους το κουμάντο, χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν, σαν να είναι μονοπώλιο τους. Αφού τους ψηφίσαμε, θέλουν να έχουν τα πάντα δικά τους.
Με θάρρος είπε ότι σε όλες τις προτάσεις, των αρχόντων στην Αναθεώρηση, για δήθεν καλυτέρευση της Δημοκρατίας μας, δεν υπάρχει κανένα νέο μέτρο, καμμιά καινούργια ιδέα, που να λιγοστεύει τη δύναμη των αρχόντων. Ο,τιδήποτε καινούριο πρόσθεταν, στο Σύνταγμα, ήταν προς το δικό τους συμφέρον και όχι για το δυνάμωμα του ρόλου των απλών ανθρώπων.
Λένε, είπε, πολλά για το πόσο ιερή είναι η Λαϊκή Κυριαρχία, αλλά από την άλλη είναι ενάντιοι στο να αφήσουν τους απλούς ανθρώπους, να έχουν ένα κομμάτι από το κουμάντο της Πολιτείας. Θεωρούν ότι θα είναι μια βλαβερή και επικίνδυνη κατάσταση.»

Ο Μιχάλης, που ήταν από την αρχή στην παρέα και συνήθως κοντραριζόταν με τον αριστερό ψάλτη, αυτή τη φορά χαμογέλασε, όταν σταμάτησε και είπε :
«Καλά μας τα λες Στάθη και μπράβο του φίλου σου, μα μήπως τα έλεγε, για να βγάλει το άχτι του, μια και ήξερε ότι δεν μπορούσε να πάρει το κουμάντο ; Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι θα τα έλεγε και θα τα έκανε, αν του έδιναν το κουμάντο. Το σίγουρο είναι ότι οι άρχοντες δεν θα αλλάξουν ποτέ σκοπό, από μόνοι τους. Θα αλλάξουν τραγούδι, μόνο όταν εμείς νοιώσουμε καλά μέσα μας την ανάγκη και το απαιτήσουμε φωναχτά και δυναμικά. Μπροστά στα χέρια μας είναι όλα. Αρκεί να τα απλώσουμε και να τα διεκδικήσουμε.»

Όλοι στην παρέα, είχαν ζαλιστεί από τις πολλές κουβέντες, παρά τους καφέδες και με ανακούφιση άκουσαν τον Πρόεδρο του χωριού να παραγγέλνει ρακές. Τουλάχιστον αυτές μπορούσαν, ακόμη, να τις χαίρονται, αν και στο μυαλό τους όλο και πιο πολύ, έμπαινε ένας αέρας ξεσηκωμού. Ξεσηκώθηκαν; Έ, αυτό θα φανεί μετά από αρκετά, ακόμη, Ιστοριάκια.

(Visited 50 times, 1 visits today)

Προσθήκη νέου σχολίου

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *