Το Σύνταγμα καθορίζει την ρώτα και τον τρόπο της ζωής μας

Στην Χώρα του Ήλιου και της Θάλασσας, οι απλοί άνθρωποι ήταν νοικοκυρεμένοι και στέκονταν καλά στα πόδια τους, σαν κοινωνία και σαν άτομα. Αυτό, που όλο και χειροτέρευε, ήταν η πολιτική τους ζωή. Οι άρχοντες φερόντουσαν χάλια, μα και οι ίδιοι ήταν πολύ κακομαθημένοι σαν πολίτες. Παραπονιόντουσαν ότι η Πολιτεία και οι άρχοντες δεν έκαναν τίποτα σωστό, μα και οι ίδιοι, ο καθένας νοιάζονταν μόνο για τα δικά του και ήταν κολλημένοι με αυτά. Το γκουβέρνο το ένοιωθαν ξένο και αντιπαθητικό και το μόνο που προσπαθούσαν ήταν να το ξεγελάσουν.

Παραβαίνανε τους νόμους στην ψύχρα, φοροδιαφεύγανε, χτίζανε αυθαίρετα, καταπατούσαν δημόσια περιουσία και έκαναν ένα σωρό μαίμουδιές, διότι ένοιωθαν ότι ξεγελούσαν έναν ξένο κατακτητή. Ξεχνούσαν ότι παρανομώντας έκαναν ζημιά στη δική τους Πολιτεία και στον εαυτό τους.

Όμως, δεν έφταιγε ο χαρακτήρας τους γι αυτό, αλλά το Σύνταγμά τους, που τους είχε κάνει, χρόνο με τον χρόνο, να τα περιμένουν όλα έτοιμα. Γι αυτό και ήταν εύκολοι στο να ψηφίζουν, για άρχοντα, όποιον τους έταζε πολλά για τον εαυτό τους και όχι εκείνον που ήταν άξιος να κουμαντάρει σωστά την χώρα.

Αυτό το κακό συνήθειο, που όπως η φωτιά έκαιγε ξερά και χλωρά, έφερε φτώχεια στη χώρα τους και κανένας δεν είχε γλυτώσει από την δυστυχία, την ανέχεια και την απελπισία. Με τον καιρό, άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι με το να βρίζουν τους άρχοντες δεν κέρδιζαν τίποτα. Όταν τους ψήφιζαν ήταν άνθρωποι διαλεχτοί, μα στη συνέχεια γίνονταν όλο και πιο σκάρτοι. Άρα υπήρχε κάτι σατανικά καταστρεπτικό, στην πολιτική που έμπαιναν, που τους χαλούσε. Οι γραμματισμένοι, της Χώρας, άρχισαν να λένε ότι η ρίζα του κακού ήταν μέσα στο Σύνταγμα. Έτσι, σε όλες τις πόλεις και τα χωριά, άρχισαν να γίνονται κουβέντες που κατάγγελλαν το Σύνταγμά τους

Άρχισαν και Στο Ηλιόφωτο, οι άνθρωποι, να αναρωτιούνται ποιό ήταν το στραβό, που είχε το Σύνταγμα και όλα πήγαιναν κατά διαόλου. Ο παληός Δάσκαλος, ο Μιχάλης, ως Πρόεδρος του Συλλόγου και ο Πρόεδρος του χωριού, ανάλαβαν να κάνουν συγκεντρώσεις στην αίθουσα του πολιτιστικού συλλόγου και να εξηγήσουν, στους συγχωριανούς τους, γιατί το Σύνταγμα ήταν η αιτία της πολιτικής τους κακοριζικιάς.

Στην πρώτη μάζωξη, ξεκίνησε τις ομιλίες ο καλοστεκούμενος παληός Δάσκαλος, ο πάντα έτοιμος να βοηθήσει, για κάθε τι καλό, στο χωριό. Όλοι τον σέβονταν και γι αυτό όταν άρχισε να μιλάει στο μικρόφωνο, όλοι τον άκουγαν με πολλή προσοχή. Είπε, λοιπόν :
«Πολλές φορές σας είχα πει στο σχολείο, ότι πρέπει να νοιαζόμαστε για τα πράγματα του χωριού και αυτά που αφορούν στην Πατρίδα μας, πιο πολύ από τα προσωπικά μας. Τελικά, όμως, καταλήξαμε να νοιαζόμαστε, ο καθένας μόνο για τα δικά του. Το ίδιο γίνεται και με τους άρχοντες. Ξεκινούν για να βοηθήσουν τον τόπο μας, μα στη συνέχεια νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους. Δεν μπορεί, όμως, να είμαστε όλοι τόσο συμφεροντολόγοι. Κάτι άλλο φταίει.

Είναι γνωστό, ότι το Σύνταγμα διαμορφώνει , με τους κανόνες του, το πολιτικό σκηνικό και τον πολιτικό χαρακτήρα των απλών ανθρώπων, μα και την λειτουργία της κοινωνίας. Αυτό επηρεάζει το πόσο αγαπάνε οι απλοί άνθρωποι, μα και οι ίδιοι οι άρχοντες, τα πράγματα κάθε Χώρας. Το δικό μας έχει διαμορφώσει στραβές πολιτικές και κοινωνικές συνήθειες, στη ζωή μας
Μας κάνει να νοιώθουμε πως το γκουβέρνο δεν μας στηρίζει, αλλά μας δυναστεύει. Έτσι, το βλέπουμε σαν ξένο και εχθρικό και αντί να νοιαζόμαστε γι αυτό, ψάχνουμε τρόπους να το ξεγελάσουμε και να το εκμεταλλευτούμε.
Αυτό έχτισε το σύστημα του «τάξε μου, για να σου δώσω την ψήφο μου» κι αν με ξεγελάς εσύ, σε ξεγελώ κι εγώ. Ένα πάρε-δώσε, γεμάτο ψευτιά και υποκρισία, που τόσο πολύ το κατηγορούμε, μα ακόμη το ανεχόμαστε.

Δεν είναι κουσούρι, του χαρακτήρα μας το πολιτικό αλισβερίσι, μα μια κακιά συνήθεια που φύτεψε μέσα μας το Σύνταγμα. Αυτό είναι που μας κάνει να διεκδικούμε με πάθος το προσωπικό μας συμφέρον, αλλά να αδιαφορούμε παντελώς για το δημόσιο. Ενώ πχ. καθαρίζουμε καλά το σπίτι μας, πετάμε, με άνεση, κάθε άχρηστο στο δρόμο, λες και ανήκει στον εχθρό μας και θα το μαζέψει εκείνος. Δεν μας νοιάζει αν στην πόλη μας το δικαστήριο είναι, ή όχι, σε ένα ωραίο κτήριο, αρκεί να έχουμε εμείς μεγάλο σπίτι. Με αυτή την ρώτα, όμως, να ξέρετε ότι δεν πρόκειται να ορθοποδήσουμε ποτέ και πρέπει να την αλλάξουμε.»

Ο Γιάννης, ο παληός υποψήφιος, που το πρακτικό μυαλό του, ως μηχανικός, δεν είχε αντέξει τα σκέρτσα της πολιτικής και την είχε παρατήσει, ζήτησε να πει δυο κουβέντες, πριν τον επόμενο ομιλητή. Ένοιωσε, ότι ο Δάσκαλος αδικούσε τον κοσμάκη, με τα λόγια του και είπε για να τον υποστηρίξει :
«Δάσκαλε, ξέρεις πόσο σεβόμαστε τα λόγια σου, μα θέλω να σου επισημάνω ότι το Σύνταγμα είναι που μας έχει ξεκόψει, καλά-καλά, από το κουμάντο της Πολιτείας. Έτσι την βγάζουμε κι εμείς από τη ζωή μας. Δεν νοιώθουμε γι αυτήν, ούτε σταλιά από την έγνοια που έχουμε για τα «δικά» μας πράγματα. Αυτά είναι μέσα μας, ενώ η Πολιτεία είναι απ’ έξω μας. Αγαπάμε την οικογένειά μας, το χωριό μας, το επάγγελμά μας, μα την Πολιτεία την βλέπουμε απέναντί μας, σαν ξένη. Δεν νοιώθουμε να προστατεύει εμάς και τα υπάρχοντά μας, μα πως είναι έτοιμη να αρπάξει ό,τι έχουμε.

Το Σύνταγμά μας, δίνοντας το τιμόνι της Πολιτείας, μόνο στους πολιτικούς μας κρατά, δυστυχώς, μακριά της. Ούτε να συμμετέχουμε μας επιτρέπει στις αποφάσεις τους, ούτε να τους ελέγχουμε. Το μόνο που μπορούμε είναι να τους καταψηφίζουμε ύστερα από 4 χρόνια, όταν πια έχουν κάνει την ζημιά. Έτσι, είμαστε επιφυλακτικοί για ότι μας λένε οι άρχοντες και εχθρικοί, απέναντι σε ό,τι θέλει η Πολιτεία.
Νοιώθουμε ότι ζούμε σε ένα καθεστώς, χωρίς δημοκρατική ουσία, αφού δεν έχουμε τη δυνατότητα, να επιβάλλεται, κάποιες φορές, και η δική μας γνώμη. Μας λένε ότι μας κρατούν μακρυά από την πολιτική ευθύνη, για το καλό μας, μα είναι για κακό μας. Αυτό μας έχει κάνει τόσο ανεύθυνους, πολιτικά. Αυτό πρέπει να αλλάξει, για να νοιώσουμε την Πολιτεία δική μας και να βοηθήσουμε όλοι μαζί να λειτουργήσει σωστά, ώστε να πάμε μπροστά.»

Μόλις σταμάτησε ο Γιάννης, έχοντας ακούσει οι Ηλιοφωτεινοί και τον Δάσκαλο, έπιασαν κουβέντες μεταξύ τους και σχολίαζαν το ότι κανένας τους δεν είχε σκεφτεί πόσο μεγάλο ρόλο έπαιζε το Σύνταγμα στη ζωή και στην προκοπή τους. Γρήγορα, όμως, άρχισε να μιλά ο Μιχάλης και σταμάτησαν τα σιγοψιθυρίσματα. Μα το τι είπε, θα το διαβάσετε την Τετάρτη, που μας έρχεται.

(Visited 48 times, 1 visits today)

Προσθήκη νέου σχολίου

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *