Το σκόρπισμα της εξουσίας εμπόδιο στη διαπλοκή

Στη Χώρα του Ήλιου και της Θάλασσας, οι εφημερίδες και οι τηλεοράσεις είχαν να κάνουν με έναν άρχοντα, που οι δικαστές τον έβαλαν φυλακή, διότι αποδείχθηκε ότι είχε κλέψει από τα ταμεία του κράτους. Παληά, κάτι τέτοιο ήταν πολύ σπάνιο. Τελευταία, όμως, που γινόντουσαν μεγάλα έργα, όλο και ακούγονταν φήμες, ότι τα πολλά λεφτά ξεμυάλιζαν κάποιους άρχοντες και επιχειρηματίες, που συνεννοούνταν για να κλέβουν το κράτος. Είχαν δώσει, μάλιστα, και όνομα σ’ αυτήν την παρανομία. Την έλεγαν «διαπλοκή» και αυτούς που νταραβερίζονταν για την παρανομία, διαπλεκόμενους.

Ήταν φανερό ότι το πολύ χρήμα είχε πολλαπλασιάσει τις κομπίνες και έτρεχε κρυφά κάτω από τα τραπέζια, παράνομα και μαύρα, γεμίζοντας τις τσέπες των επιτήδειων.

Ήταν ένα μουντό απόβραδο, που έκανε τους ανθρώπους, στο καφενείο της Πολυξένης, στο Ηλιόφωτο, να φαίνονται λυπημένοι. Και δεν είχαν άδικο, αφού μάθαιναν ότι τα λεφτά που έδιναν στην Πολιτεία, για να τα κάνει χρήσιμα, για όλους έργα, πήγαιναν σε παράνομες τσέπες.

Την απορία όλων, για το πως είναι δυνατόν, αφού υπήρχαν τόσοι έλεγχοι, να συμβαίνει κάτι τέτοιο, ανάλαβε να λύσει ο Γιάννης, που και με δημόσια έργα και με την πολιτική είχε ασχοληθεί και ήξερε. Ξεκίνησε, λοιπόν, την κουβέντα, λέγοντας :
«Για να καταλάβετε καλά τι φταίει πρέπει να βάλετε στο μυαλό σας ότι το κουμάντο είναι από την φύση του μια δύναμη, που όποιος την γυρέψει, θέλει σώνει και καλά να πάει όλη στα χέρια του, για να νιώσει παντοδύναμος. Να αποφασίζει αυτός για όλα.
Στην χώρα μας, όλη αυτήν την δύναμη, την έχει και την μοιράζει όπως θέλει, όποιος γίνεται πρωθυπουργός. Δεν έχει, όμως, καμμιά υποχρέωση να δίνει λογαριασμό στον κόσμο για το τι κάνει. Ο πειρασμός, λοιπόν, για βρώμικες, αλλά με μεγάλα κέρδη, κομπίνες είναι μεγάλος. Όταν μάλιστα, μένει για πολύ καιρό το κουμάντο στα χέρια του, γίνεται κάτι σαν βασιληάς, που κανείς δεν τολμά να τον αμφισβητήσει και αποφασίζει για όλα ό ίδιος. Και για το γκουβέρνο και για την αυτοδιοίκηση και για κάθε τι. Περνάνε από τα χέρια του, ακόμη και πολλές αποφάσεις των δικαστηρίων. Μα δεν είναι αυτό το χειρότερο. Όσο μαζεύεται το κουμάντο στα χέρια του, τόσο, διάφοροι οικονομισάριοι παρουσιάζονται δίπλα του και αρμέγουν το Δημόσιο.
Και επειδή δεν φτάνουν οι ώρες της μέρας να κάνει ζάφτι, την δύναμή του, η πολλή γλιστράει στα χέρια όλων αυτών των τύπων. Είναι άτομα, που δεν τα διάλεξε, ούτε καν τα ξέρει, καθόλου, ο Λαός, οι οποίοι, όμως άτυπα, αλλά ουσιαστικά, αποφασίζουν για την ζωή του.
Κάποιοι από αυτούς, είναι που σκαρώνουν τις κομπίνες της διαπλοκής. Οι μεγαλοεργολάβοι και οι επιχειρηματίες, μαθημένοι να μυρίζονται πως και από πού, θα μεγαλώσουν τα κέρδη τους, τρέχουν εκεί που είναι το κλειδί για όλα, στην Αυλή του Πρωθυπουργού. Είναι πολύ μεγάλος ο πειρασμός, ακόμη και για τους πιο «αθώους», να ξέρουν ότι με μια μυστική συνεννόηση μπορούν να κερδίσουν πολλά και αδιαφορούν αν ζημιώνουν τον κοσμάκη.
Όσα απαγορευτικά και να βάλουν, για να μην γίνονται κομπίνες, όσο όλο το κουμάντο, μένει στα χέρια του πρωθυπουργού, χωρίς να δίνει λογαριασμό στους απλούς ανθρώπους, τα παζαρέματα θα συνεχίζονται και όλο νέα κόλπα θα βρίσκουν για να κερδίζουν εις βάρος του Λαού.
Ο παντοδύναμος Ένας, είναι ψωμοτύρι για τους αετούς της αγοράς, που είναι καλά οργανωμένοι και φροντίζουν, από πριν, να έχουν στο χέρι, την κατάλληλη ώρα, τον επόμενο πρωθυπουργό.» .

Από αυτά που είπε ο Γιάννης, γεννήθηκε μέσα στο μυαλό του Κωσταντή μια απορία. Γιατί αφού ήξεραν οι άρχοντες την ρίζα του κακού δεν την έκοβαν, μοιράζοντας τη δύναμη σε πολλά διαφορετικά πρόσωπα. Ρώτησε, λοιπόν, τον Μενέλαο, που είχε κάνει άρχοντας, γιατί αφήνουν ανοιχτές αυλές και μπαινοβγαίνουν οι επιτήδειοι.
Ο Μενέλαος κούνησε το κεφάλι σκεφτικός και με το χέρι στην καρδιά είπε :
«Η ευθύνη για τις απατεωνιές είναι σίγουρα στην πλάτη των αρχόντων. Όλοι κατηγορούν, βέβαια, το κλεψιμαίικο πάρε-δώσε και καμώνονται τους σωτήρες, μα η αλήθεια είναι ότι το παράνομο χρήμα δεν γεννιέται από μόνο του. Αυτοί επιτρέπουν, να δηλητηριάζει η δωροδοκία, ακόμη και έντιμους ανθρώπους. Με μεγάλη πονηριά κατηγορούν το βρώμικο χρήμα και λένε ότι σημαδεύει, λερώνει και εξευτελίζει τους ανθρώπους, προσπαθώντας να βγάλουν καθαρό τον εαυτό τους, αν και οι ίδιοι είναι που λαδώνονται χωρίς ντροπή.
Ενώ είναι πρωτεργάτες, τα λένε έτσι, που η ευθύνη για την βρομοδουλειά να πέφτει σε βάρος των επιχειρηματιών. Μα το πάρε-δώσε δεν γίνεται με έναν, αλλά με δυο. Η λέξη διαπλοκή, από μόνη της θέλει δυο άκριες για να γίνει το μπλέξιμο και μάλιστα να το θέλουν και οι δυο. Και οι επιχειρηματίες να λαδώσουν και οι άρχοντες να λαδωθούν. Ας μην παριστάνουν, λοιπόν, τις αθώες περιστερές, ούτε η μια άκρη, ούτε η άλλη. Ο πιο βρώμικος, βέβαια, είναι εκείνος που παίρνει και όχι αυτός που δίνει.
Στο κάτω-κάτω, το χειρότερο, για μας, δεν είναι η προσπάθεια των επιχειρηματιών να πλουτίσουν περισσότερο, αλλά η παληανθρωπιά κάποιων αρχόντων, να πλουτίσουν, ξεπουλώντας τον εαυτό τους, και την δύναμη που τους εμπιστευθήκαμε. Δεν είναι οι άρχοντες μικρά παιδιά που τους ξεγελούν οι επιχειρηματίες. Είναι οι άνθρωποι που τους εμπιστεύεται ο κοσμάκης για να προφυλάξουν τα συμφέροντά του. Κάποιοι, όμως, χρησιμοποιούν την δύναμη που τους δίνει, για να αγοράζονται, ακριβά, από τους λεφτάδες και πλουτίζουν σε βάρος των απλών ανθρώπων. Αυτοί, λοιπόν, είναι οι πρωταίτιοι της διαπλοκής, όσο κι αν προσπαθούν, με πονηράδες, να ρίξουν το φταίξιμο σ’ αυτούς, από τους οποίους κρυφά και παράνομα καλοπληρώνονται.
Οι άρχοντες, όχι μόνο δεν έψαξαν να βρουν νέους τρόπους να κάνουν καλύτερο το κουμάντο στη Χώρα μας, ούτε καν κατάφεραν, ή ίσως δεν το θέλησαν, ούτε να το απαλλάξουν από την βρομιά της κομπίνας. «Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία, έγραψε ένας εθνικός μας ποιητής, μα είναι φανερό, ότι στην περίπτωση του μαύρου χρήματος της διαπλοκής, οι κατά καιρούς άρχοντες δεν διάλεξαν την χαρά της ελευθερίας. Προτίμησαν τα κέρδη από την σκλαβιά της εντιμότητάς τους

Όταν σταμάτησε ο Μενέλαος, ο Βαγγέλης, που ήθελε να ακούει πράγματα, που θα έκαναν τον τόπο τους καλύτερο και όχι τις πονηριές των αρχόντων που τον ζημιώνουν, σκέφτηκε, απογοητευμένος, πως όλα μαύρα και σκοτεινά είναι. Τι ψηφίζουμε, δηλαδή, στις εκλογές, αναρωτήθηκε φωναχτά, ανθρώπους που πάνε για να πλουτίσουν; Και γιατί το επιτρέπουμε εμείς ; Στα δύσκολα, με τους νόμους, ήταν πάντα δουλειά του Μιχάλη, να τα ξεκαθαρίζει, σαν δικηγόρος, που ήταν, μα σταμάτησαν την συζήτηση, διότι ο Βαγγέλης, που ενδιαφερόταν πιο πολύ να ακούσει, είχε δουλειά και έπρεπε να φύγει. Του υποσχέθηκαν να τα πούνε μια άλλη φορά.

Προσθήκη νέου σχολίου

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιβεβαίωση * Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.