Μονάρχες και Τύραννοι, πριν τις απαρχές της Δημοκρατίας

Ο Βαγγέλης, από το Ηλιόφωτο, όσο γεροδεμένος ήταν στη δουλειά, άλλο τόσο διψούσε να μαθαίνει, αν και ολιγογράμματος. Ακούγοντας, λοιπόν, να αναζητούν, οι γραμματισμένοι, την πραγματική δημοκρατία, απορούσε πως ακόμη δεν υπήρχε και στην Χώρα του Ήλιου και της Θάλασσας, αφού γεννήθηκε στον τόπο τους, όπως έλεγαν, πριν από πολλούς αιώνες.

Βρήκε, λοιπόν, ευκαιρία ένα απόγευμα, που ο παληός Δάσκαλος έπινε τον καφέ του, με την παρέα του, στο καφενείο της Πολυξένης και τον ρώτησε. Εκείνος χαμογέλασε και του είπε ότι, για να λυθεί η απορία του, έπρεπε να διαβάσει πολλά βιβλία, μα αν έχει υπομονή να τον ακούσει, θα του πει την ιστορία της Δημοκρατίας, από την αρχή, με λίγα λόγια. Με χαρά μου, είπε ο Βαγγέλης και συμφώνησαν και οι άλλοι της παρέας, που τους άρεσε να ακούν τον γλυκομίλητο Δάσκαλο να λέει χρήσιμες κουβέντες.

Πρόθυμος εκείνος τους είπε :
«Πολλά- πολλά χρόνια πριν, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να φτιάχνουν Πολιτείες, ο πιο δυνατός γινόταν Αρχηγός και αποφάσιζε για όλα, ώστε να μην τσακώνονται μεταξύ τους. Με τον καιρό, πίστεψαν όλοι ότι ο κάθε αρχηγός, κουβέντιαζε με τον Θεό και επομένως ό,τι έλεγε και αποφάσιζε ήταν το σωστό. Τον προσκυνούσαν, λοιπόν, και έκαναν, θεληματικά, ότι διάταζε αυτός.

Σε άλλες Πολιτείες τον ονόμαζαν Βασιληά, αλλού Φαραώ, Μίνωα, και αργότερα Αυτοκράτορα, Σουλτάνο, Τσάρο και διάφορες άλλες ονομασίες. Αυτό που δεν άλλαζε, όμως, σε όλες τις Πολιτείες, ήταν ότι μόνο ένας ήταν ο αρχηγός που διοικούσε κάθε Πολιτεία, γι αυτό και τον ονόμαζαν Μονάρχη.

Άμα πέθαινε έβαζε στη θέση του τον γιό του ή την κόρη του. Αν δεν είχε παιδιά, όριζε αυτός, πριν πεθάνει, ποιος θα είναι ο διάδοχος που θα καθίσει στον θρόνο του. Αρκετές φορές, όμως, κάποιος καινούργιος, που ήταν πιο δυνατός, τον έδιωχνε και έπαιρνε αυτός τον θρόνο του, κάνοντας μια καινούργια βασιλική γενηά, που την έλεγαν Δυναστεία.

Χίλια χρόνια, πριν γεννηθεί ο Χριστός, σε μια Πολιτεία που την έλεγαν Αθήνα και ζούσε ένας λαός που τους έλεγαν Έλληνες, παρατήρησαν ότι ο Βασιληάς τους έκανε λάθη και επομένως δεν ήταν Θεός.

Όρισαν, λοιπόν, στην θέση του 9 άρχοντες, που είχε ο καθένας ξεχωριστά πράγματα να κάνει και τους άλλαζαν στην αρχή κάθε 10 χρόνια και αργότερα κάθε χρόνο. Τον Πρόεδρό τους τον έλεγαν Επώνυμο, άλλος ήταν Αρχιερέας, άλλος Πολέμαρχος και οι άλλοι Θεσμοθέτες, που δίκαζαν. Για Άρχοντες διάλεγαν τους πιο σωστούς, τους πιο γενναίους και τους πιο πλούσιους, από τις διάφορες μεγάλες οικογένειες, τα Γένη.

Σιγά-σιγά, συγγενείς από μεγάλα σόγια, φίλοι και νεόπλουτοι, ξεχώρισαν από τους πολλούς, έγιναν η Αριστοκρατία που είχε όλη την περιουσία και όλη την διοίκηση της Πόλης, στα χέρια της. Η αλήθεια είναι ότι αυτοί πήγαιναν μπροστά στον πόλεμο, αλλά δεν ήταν και σωστό που τα ήθελαν όλα δικά τους. Επειδή, το κουμάντο το έκαναν οι λίγοι και οι πολλοί ήταν στην άκρη, το ονόμασαν Ολιγαρχία.

Έλα, όμως, που είχαν γίνει αρκετοί και έτρωγαν όλα τα καλά της Πόλης και ο Λαός πεινούσε ; Όπως περνούσαν τα χρόνια, όλο πιο πολύ δυστυχούσαν και όλο και πιο φτωχοί γινόντουσαν οι πολλοί.

Από την άλλη, οι διάφοροι αριστοκράτες, αντί να ζουν με τις άγραφες συνήθειες, που είχαν τότε για Νόμους, τις άλλαζαν όπως ταίριαζε στο συμφέρον τους, κάθε φορά.

Παρουσιάστηκε, τότε, γύρω στα 620 π. Χ. ένας σοφός Νομοθέτης, ο Δράκων, και αφού έγραψε όλους τους Νόμους που υπήρχαν, πρότεινε και άλλους πιο δίκαιους, για να προστατεύονται οι φτωχοί από την λαιμαργία των αριστοκρατών.

Έβαλε μια τάξη στην Πολιτεία, μια και απαγόρεψε στους πλούσιους να τιμωρούν με θάνατο τους υποτακτικούς τους, μα οι φτωχοί έμεναν φτωχοί, διότι τα χωράφια εξακολουθούσαν να είναι των αριστοκρατών. Όταν ένας φτωχός καλλιεργούσε το χωράφι ενός αριστοκράτη, έπαιρνε το ένα μέρος της σοδιάς του, από τα έξι, και τα άλλα πέντε τα έπαιρνε ο πλούσιος ιδιοκτήτης. Έτσι ο φτωχός που δούλευε ψωμοζητούσε και ο πλούσιος, χωρίς να κάνει τίποτα, καλοπερνούσε.

Με το γράψιμο, όμως, των Νόμων, άρχισαν να τα βρίσκουν ζόρικα και οι ολιγαρχικοί. Ο πεινασμένος λαός όλο και ξεσηκωνόταν εναντίον τους και φώναζε ότι οι Αριστοκράτες έπρεπε να τους επιτρέψουν να περνούν καλύτερα και όχι να τους βγάζουν το λάδι στην δουλειά .

Τριάντα χρόνια πιο μετά, ένας άλλος σοφός, ο Σόλων, που ανήκε στην τάξη των Ολιγαρχικών, μα που δεν είχε τα δικά τους μυαλά και αγαπούσε τους απλούς ανθρώπους , έφτιαξε καινούργιους νόμους.

Παρά που ήταν σοφός άνθρωπος, ταξείδεψε σε ξένα μακρινά μέρη, για να μάθει περισσότερα. Έμαθε πολλά από άλλες Πολιτείες και άμα γύρισε ξανά στην Αθήνα έφτιαξε καινούργιους νόμους, που τους έλεγε στους Αθηναίους σαν ποιήματα.

Έτσι, ωραία που τα έλεγε, κατάφερε τους Άρχοντες να χαρίσουν στους φτωχούς τα λεφτά που χρωστούσαν στην Πολιτεία και να λιγοστέψουν αυτά που χρωστούσαν σε πλούσιους.

Απαγόρεψαν στους πλούσιους να πουλάνε, για δούλους, αυτούς που τους χρωστούσαν και δεν είχαν να τα επιστρέψουν.

Κατάργησαν την ανάγκη να είσαι αριστοκράτης για να μπορείς να γίνεις άρχοντας. Αρκούσε το να έχεις λεφτά, για να προσφέρεις στην Πόλη.

Έδωσε, όμως και τη δυνατότητα, στους απλούς ανθρώπους, να συγκεντρώνονται και να αποφασίζουν οι ίδιοι για κάποια πράγματα. Ουσιαστικά αυτή η δυνατότητα ήταν το πρώτο δικαίωμα, στο οποίο στηρίχθηκε το ξεκίνημα της Δημοκρατίας στην Αθήνα. Δεν προχώρησε, όμως, τότε περισσότερο από το να μοιραστούν οι Αθηναίοι σε δυο κόμματα, τους Ολιγαρχικούς και τους Δημοκρατικούς.

Ο Πεισίστρατος, ένας ωραίος ρήτορας και γενναίος πολεμιστής, έταξε στον Λαό, πολλά, που θα τους τα έδινε αν τον βοηθούσαν να πάρει την διοίκηση της Πόλης στα χέρια του. Τον πίστεψε ο κόσμος, πήγε μαζί του ενάντια στους ολιγαρχικούς και τον βοήθησε να πάρει εκείνος το αφεντηλίκι, να γίνει Τύραννος.

Κυβέρνησε, την Αθήνα, παραπάνω από 30 χρόνια και έκανε, πράγματι, σπουδαία πράγματα για την Πόλη, αλλά ο σκληρός χαρακτήρας του, προς τους ανθρώπους, τον έκανε, στο τέλος, αντιπαθητικό. Η κακή συμπεριφορά των παιδιών του, που τον διαδέχτηκαν όταν πέθανε, μετάτρεψε την σχεδόν καλή γνώμη, που υπήρχε μέχρι τότε, για τους Τυράννους, σε κατηγόρια και περιφρόνηση σαν σε μισητούς ανθρώπους.

Οι Αθηναίοι, που στο μεταξύ είχαν πλουτίσει και προοδεύσει, δεν ανέχτηκαν να είναι άλλο υποταχτικοί και ξεκίνησαν αγώνες, για να γλυτώσουν από τους τυράννους. Δεν έκατσαν, δηλαδή ήσυχοι, ανυπομονώντας πότε θα φτιάξουν, από μόνα τους, τα πράγματα, αλλά έβαλαν πλώρη να τα αλλάξουν οι ίδιοι, ώστε να αποκτήσουν καλή διοίκηση.

Πως έγινε αυτό, όμως, θα σας το πω μια άλλη φορά, διότι κι εσείς κι εγώ κουραστήκαμε και είναι ώρα για μια μελόρακη.»

Η συνέχεια την Κυριακή

(Visited 27 times, 1 visits today)

Comments (1)
  1. Δημητροκάλλης Γιάννης

Προσθήκη νέου σχολίου

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *