Περιφρονημένος ο πολίτης, από τους άρχοντες

Μια παρέα, γραμματισμένων, στο Ηλιόφωτο, παρακολουθούσε ειδήσεις στην τηλεόραση του καφενείου της Πολυξένης. Είχαν αρχίσει πάλι να λένε, οι διάφοροι πολιτικάντηδες, ότι θα αλλάξουν το Σύνταγμα της Χώρας του Ήλιου και της Θάλασσας. Θα έκαναν νέα Αναθεώρηση, όπως την είπαν. Μα να, έλεγαν οι άρχοντες, που οι απλοί άνθρωποι, αν και αυτές οι αλλαγές είναι τόσο σημαντικές, για την ζωή τους, κανένας δεν τους δίνει μιας πεντάρας σημασία. Τους κατηγόρησαν, μάλιστα, ότι πιο πολύ τους νοιάζει να δουν πως θα παίρνουν πιο γρήγορα τα λεφτά από τις επιδοτήσεις, παρά το πώς θα διαλέγεται ο Μεγάλος Άρχοντας, που είναι η δουλειά του να τους προστατεύει. Άπρεπες κουβέντες, που έδειχναν πόσο δεν σέβονταν, εκείνους που τους ψήφισαν να γίνουν άρχοντες. Γι αυτό και δεν είχαν ενημερώσει τους απλούς ανθρώπους, ούτε είχαν κάνει τίποτα για να εξηγήσουν και να προκαλέσουν το ενδιαφέρον τους, παρ’ όλο που έλεγαν ότι ήταν πολύ σπουδαίες αλλαγές.

Οι παραγγελίες για ρακές είχαν σταματήσει, μα ο Μιχάλης δεν μπορούσε να χωνέψει αυτά που είχε ακούσει στην τηλεόραση. Σκεπτόταν πως ήταν απαράδεκτο το ότι, δεν έφτανε που οι πολιτικοί αδιαφορούσαν για την γνώμη του κόσμου, αλλά τον κατηγορούσαν κι’ από πάνω για αδιαφορία. Ξεκίνησε, λοιπόν, μισοαγανακτησμένος, να λέει στους άλλους :
«Αλλάζουν, μοναχοί τους το Σύνταγμα, χωρίς να ρωτούν κανέναν μας και από πάνω ζητούν και τα ρέστα, πως δεν ενδιαφερόμαστε. Εκτός, από μας τους ίδιους, έχουμε δημοτικά συμβούλια, συνεταιρισμούς, συνδικαλιστές, επιμελητήρια, συλλόγους, που θα μπορούσαν να τα ρωτήσουν για το τι θαρρούν σωστό να γίνει. Καμμιά διάθεση δεν είχαν και καμμιά προσπάθεια δεν έκαναν, ούτε και κανένα σχέδιο έφτιαξαν, για να μπορούν να πουν, οι απλοί άνθρωποι, τα δικά τους. Έστω, να πουν την γνώμη τους για τις προτάσεις των αρχόντων, σχετικά με το Σύνταγμα, που κανονίζει τα μεταξύ τους, αλλά καθορίζει και τη ζωή όλων μας. Πως θα πορευτούμε με τους άρχοντες, τι θα κάνουν εκείνοι και τι εμείς.
Ούτε που πέρασε από το μυαλό τους, να αποφασίζουμε εμείς, κατ ευθείαν, για το ποιοι θα είναι οι μεγάλοι άρχοντες της Χώρας, όπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, οι Πρόεδροι των μεγάλων δικαστηρίων και των Ανεξάρτητων Αρχών, αλλά και το πως θα γίνονται δημοψηφίσματα, όχι από την κυβέρνηση, αλλά από τους απλούς ανθρώπους. Έχουν καβαλήσει τελείως το καλάμι και περιφρονούν εντελώς τον κοσμάκη.»

Ο Κωσταντής, που άκουγε προσεκτικά, βρήκε ευκαιρία όταν πήρε μια ανάσα ο Μιχάλης, και μπήκε στη συζήτηση. Είχε συνειδητοποιήσει πόσο λίγο τον λογάριαζαν, αν και αυτός τους έδινε την δύναμη, ψηφίζοντάς τους. Αγανακτισμένος, μα και παραπονεμένος, είπε, ανάβοντας ένα τσιγάρο :
«Η αλήθεια ήταν πως κανένας μας δεν δίνει σημασία γι αυτές τις αλλαγές, μα γιατί θα έπρεπε; Μας εξήγησε κανένας τι είναι αυτά που κάνουν; Και γιατί παρακαλώ να νοιάζομαι για κάτι που δεν το ξέρω. Άμα θέλανε τη γνώμη μας θα έπρεπε και να μας τα εξηγούσαν. Αλλά, παριστάνουν τους εξυπνάκηδες, πως τα ξέρουν όλα αυτοί κι εμείς είμαστε μπούφοι. Μα πως είναι τόσο σίγουροι για τον εαυτό τους, αφού τους έχουμε διαλέξει εμείς, τα άμυαλα, όπως μας λένε, ανθρωπάκια; Έ, ναι, θαρρούν πως μόνο τη στιγμή που τους ψηφίζουμε φωτίζεται το μυαλό μας και μετά παίρνουν την σπιρτάδα του εκείνοι. Έτσι, σκέφτονται και γι αυτό πάμε κατά διαόλου. Αυτοί είναι για περιφρόνηση και δεν έχουν δικαίωμα να περιφρονούν εμάς.
Μα να σας πω και κάτι άλλο. Δεν το χωνεύω αυτό που είπε ο Μιχάλης, πως λένε ότι εμείς νοιαζόμαστε μόνο για την πάρτη μας. Και ποιοι το λένε; Αυτοί που το μόνο που τους νοιάζει είναι το πώς θα ξανακάτσουν στην καρέκλα του άρχοντα, για να καλοπερνούν οι ίδιοι, τα σόγια και οι φίλοι τους. Να πάνε στον αγύριστο και να μας αφήσουν ήσυχους, να κουμαντάρουμε μόνοι μας τους εαυτούς μας.»

Ο Πέτρος, ο Πρόεδρος του Ηλιόφωτου, χαμογέλαγε όσο έβλεπε τον Κωσταντή να μιλά αγριεμένος και του είπε.:
«Έχεις δίκηο και η πιο μεγάλη απόδειξη ότι ο λαός μας είναι μυαλωμένος, φαίνεται από το ότι η μόνη περίπτωση που νοιάστηκε για το τι θα γίνει, στα δυο χρόνια, που κράτησαν οι κουβέντες για την Αναθεώρηση, ήταν αν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, θα τον ψηφίζουν οι βουλευτές, ή κατ ευθείαν εμείς. Μα που να τολμήσουν , οι πολιτικάντηδες, κάτι τέτοιο αφού θέλουν να τον έχουν στο χέρι.
Είχαν και το θράσος να λένε ότι όσα αποφάσισαν μόνοι τους, αυτά δηλαδή που τους βόλευαν, τα είχαμε συμφωνήσει μαζί, όταν έγιναν εκλογές, αν και κουβέντα δεν είχαν κάνει για όλα αυτά.
Αυτό, βέβαια, που άφησαν όπως ήταν παληά, είναι αυτό που γράφει το Σύνταγμα ότι ο δικός μας πατριωτισμός θα το διαφυλάξει από όποιον πάει να το καταργήσει. Αυτοί αποφασίζουν, αλλά εμείς παίρνουμε την ευθύνη, να το διαφυλάξουμε.
Η λογική τους είναι ότι αφού με ψήφισες, κάνω ό,τι θέλω εγώ, μα τα χρεώνω σε σένα. Σκάσε, λοιπόν και κολύμπα.»

Πολλές φορές είχαν κάνει στην παρέα τους τέτοιες κουβέντες, μα εκείνη την βραδυά, η συζήτηση ήταν για ένα πράγμα, που πείραζε τους ίδιους σαν πρόσωπα. Ο καθένας ένοιωθε ότι ενώ θα έπρεπε οι άρχοντες να υπολογίζουν πολύ την γνώμη του, τον έβλεπαν σαν δαρμένο κακομοίρη. Θεωρούσαν ότι ήταν οι καλοί αφέντες, που προστάτευαν τους υποτακτικούς τους, χωρίς να χρειάζεται να ακούν την γνώμη τους.

Ο Γιάννης, που είχε ζήσει από μέσα το αρχοντολόι, είπε με τον τετράγωνο τρόπο που σκεφτόταν :
«Φίλοι, κανένας τους δεν μας βλέπει σαν ελεύθερους ανθρώπους με γνώση και σωστή γνώμη. Πουθενά δεν υπάρχει κάτι γραμμένο, που να μας αναγνωρίζει ότι, όπως μπορούμε να κάνουμε καλό κουμάντο στο σπίτι μας, ανάλογα μπορούμε να έχουμε και την ευθύνη της δημόσιας ζωής μας. Όλα είναι γραμμένα και φτιαγμένα έτσι, που να μας κάνουν να νοιώθουμε ότι έχουμε ανάγκη ένα αφέντη-προστάτη.
Μας αποκαρδιώνουν, για να αποκοιμίσουν το θάρρος που έχει η φυλή μας, να παίρνει πρωτοβουλίες και να τολμά μεγάλα πράγματα. Προσπαθούν να βάλουν μέσα μας αμφιβολίες για τις ικανότητές μας και υποψίες για τις διαθέσεις των άλλων, ώστε να τους παρακαλούμε να μας σώσουν.
Μας σμπαραλιάζουν εσωτερικά για να μην μπορούμε να αντιστεκόμαστε εξωτερικά. Μας γεμίζουν ανασφάλεια, για να τους γυρεύουμε να μας κουμαντάρουν. Μας μαζεύουν στα κόμματα σαν σε μαντριά, που τα πρόβατα είμαστε εμείς και αυτοί οι τσοπαναραίοι.
Αντί να προσπαθούν να ανοίγουν παραγωγικές δουλειές, διορίζουν στο Δημόσιο δικούς τους παραπανήσιους, για να μετρούν τα μετρημένα. Η δημοκρατία, γι αυτούς, δεν είναι εκεί που οι πολλοί αποφασίζουν, αλλά εκεί, που οι πολλοί διαλέγουν μόνοι τους, κάποιους λίγους, να τους διαφεντεύουν.
Πάρτε το απόφαση, πως μας έχουν, ακριβώς, όπως τα παληά βαπόρια την σαβούρα. Για να στέκονται αυτοί όρθιοι, πρέπει να έχουν εμάς ξάπλα.»

Τελευταίος μίλησε ο κυρ Βασίλης, που έχοντας ζήσει σε ξένες χώρες, ξαφνιαζόταν, πραγματικά, όταν άκουγε με πόσο δικαιολογημένο παράπονο μιλούσαν οι συντοπίτες του, για το πόση περιφρόνηση δείχνουν οι άρχοντες στους απλούς ανθρώπους. Εκεί που είχε δουλέψει και είχε προκόψει, οι άρχοντες και οι απλοί άνθρωποι είχαν εκτίμηση μεταξύ τους. Γλυκομίλητος, όπως ήταν, τους είπε αυτό που στον ίδιο είχε κάνει εντύπωση :
«Στα ξένα μέρη, που έζησα, οι άρχοντες, σε κάθε κουβέντα τους, μιλάνε για τον απλό άνθρωπο, τον πολίτη. Και καθένας που τους ακούει, νομίζει ότι μιλάει σ’ αυτόν τον ίδιο, που είναι και το σωστό. Έτσι σέβονται ο ένας τον άλλο και μονοιασμένοι προοδεύουν και οι ίδιοι και ο τόπος τους.
Στην πατρίδα μας ακούω, συνέχεια, τους άρχοντες να μιλούν για τον λαό, σαν να είναι ένα σύννεφο που μόνο αυτοί το βλέπουν και μάλιστα ο καθένας διαφορετικά. Κι αφού αυτό δεν έχει φωνή, μιλούν αυτοί για λογαριασμό του και λένε ό,τι αυτοί θα ήθελαν να πει, αν μιλούσε. Οι απλοί άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι αυτούς εννοούν, άμα μιλούν για λαό, και θυμώνουν, αφού βάζουν στο στόμα τους λόγια διαφορετικά από αυτά που σκέπτονται.
Κόντρα, λοιπόν, συνέχεια άρχοντες και κοσμάκης και ο τόπος μας πάει στον γκρεμνό, όχι από ανικανότητα των ανθρώπων, αλλά επειδή οι άρχοντες δεν εκτιμούν και δεν υπολογίζουν την αξία των απλών ανθρώπων. Γι αυτό, καταντήσαμε, στις εκλογές, η ψήφος μας να μην είναι μπράβο σ’ αυτόν που μας αρέσει, αλλά τιμωρία εναντίον αυτού που μας κορόιδεψε. Θέλουμε να νοιαστούμε για πολλά, μα μας κρατούν μουγκούς. Θέλουμε να τρέξουμε, μα μας έχουν δεμένα τα πόδια. Είμαστε ανοιχτομάτηδες, μα μας θεωρούν τυφλούς. Έ, πώς να πάει μπροστά αυτή η χώρα, αφού οι άρχοντές της, αντί να δίνουν φτερά, στους ανθρώπους τους κρατούν αλυσοδεμένους;. Σε όποια άλλη χώρα, τέτοιους δουλευταράδες θα τους είχαν όπα-όπα»

Είχε κουραστεί, όμως, η παρέα από τις βαρειές σκέψεις και καληνυχτίζοντας ο ένας τον άλλο, έφυγαν για τα σπίτια τους. Έμεινε, όμως, σε όλους η πίκρα πως ενώ οι ίδιοι άξιζαν, οι άρχοντες δεν τους λογάριαζαν.

Πως μπορεί να αλλάξει αυτό ; Έ, είναι μια άλλη ιστορία.

(Visited 30 times, 1 visits today)

Προσθήκη νέου σχολίου

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *