Πνευματική ηγεσία και πολιτική αδράνεια

Οι συζητήσεις, για ένα από την αρχή Σύνταγμα, έδιναν και έπαιρναν σε όλη τη Χώρα του Ήλιου και της Θάλασσας. Για να προχωρήσει, όμως ένας Λαός, από το παληό στο νέο, είναι φανερό ότι χρειάζεται κάποιοι να του δείξουν τα λάθη του παληού και να του γνωρίσουν το νέο. Αυτό, οι μόνοι που δεν μπορούν, σίγουρα, να το κάνουν είναι οι άρχοντες, που με πείσμα υπηρετούν και στηρίζουν το παληό. Υπόσχονται υποταγή στο θέλημα του Λαού, μα τον κοροϊδεύουν. Αυτοί που βλέπουν σαν υποτακτικούς τους απλούς ανθρώπους, είναι δύσκολο να νοιώσουν, στη συνέχεια, κυρίαρχο το θέλημά τους. Κι όμως, αυτό ήταν το πρεπούμενο και το μεγάλο ζητούμενο ήταν ποιοι μπορούσαν να δείξουν και να διδάξουν το σωστό.

Στο Ηλιόφωτο, που οι άνθρωποί του είχαν μια ευαισθησία στα πολιτικά πράγματα, αποφάσισαν, οι γραμματισμένοι του, να δώσουν μια απάντηση σ αυτό το ερώτημα, που πλανιόταν, εδώ κι’ εκεί, στον αέρα. Οι ομιλίες, που είχαν κάνει, ότι η Χώρα τους είχε ανάγκη από ένα καινούριο Σύνταγμα και για το ότι οι άρχοντές τους το είχαν παραμελήσει τελείως αυτό, ήταν ζωντανές, ακόμη, στο μυαλό των απλών ανθρώπων.

Οργανώθηκε, λοιπόν, μια συγκέντρωση, που πρώτος ομιλητής ήταν ο Γιάννης, ο οποίος σαν μηχανικός-κατασκευαστής, ήξερε να βάζει τα πράγματα στη θέση τους, με το πιο ισορροπημένο λόγο:
«Αναρωτιόμαστε ποιοι είναι οι κατάλληλοι να μας δείξουν τον σωστό δρόμο, για μια καινούρια δημοκρατία, που αδελφωμένοι άρχοντες και απλοί άνθρωποι θα χτίσουμε μια νέα πολιτεία και θα πάμε μπροστά. Πρώτα, όμως, θα σας πω εγώ, ποιοι δεν μπορούν να το κάνουν. Κανονικά, η πορεία προς τα μπρος, είναι δουλειά των αρχόντων. Μα δεν το έκαναν και δεν θα το κάνουν, διότι συνήθισαν να τους χτυπούμε παλαμάκια και να μας έχουν υποταχτικούς τους.
Τόσα χρόνια, αντί να μας οδηγούν στο μεγαλείο της δημιουργίας και της παραγωγής, μας αποκοίμιζαν. Μας καθησύχαζαν, με το «δεν βαριέσαι, θα περάσει κι αυτό» και μας παγίδευαν, στην ψεύτικη ελπίδα, του «όλα θα φτιάξουν.»
Αντί να καλλιεργούν το πολιτικό μας ανάστημα, εκμεταλλεύονταν, με ψεύτικες προστασίες, για ανύπαρκτους κινδύνους, την ύπουλη δουλικότητα, που μας έχουν φορτώσει αιώνες δουλείας, με την οποία προσπαθούσαν, οι σκλαβωμένοι πρόγονοί μας, να επιβιώσουν κάτω από ξένους κατακτητές.

Και οι σημερινοί άρχοντες, μιλούν για «προστασίες», μα μας αφήνουν απροστάτευτους από τις αρπαχτές της διαπλοκής, από την ασυδοσία της κρατικής διοίκησης, από την κατάχρηση του κουμάντου, από τις αυθαιρεσίες των ίδιων, και από τόσα άλλα που έφεραν την σημερινή καταστροφική κρίση. Δεν επιτρέπεται να ξεχνούμε ότι με παραπλανητικά λόγια μας κοίμιζαν πολιτικά, για να μπορούν να μας απαγορεύουν πράγματα, που τους ενοχλούσαν και να μας υπαγορεύουν άλλα, που έκαναν πιο εύκολο και βολικό, το κουμάντο για τους ίδιους.
Δεν είναι δυνατόν, λοιπόν, να αφήνεται αυτή η αλλαγή στη διάθεση και στα χέρια εκείνων, που καπηλεύονταν, ανενόχλητοι, μια εξουσία που δεν τους ανήκει. Η αλήθεια είναι ότι δεν την πήραν, με το ζόρι. Τους την παρέδωσαν οι πολέμαρχοι των αγώνων της εθνικής ανεξαρτησίας, διότι δεν ήξεραν γράμματα και καλά έκαναν τότε. Τώρα πια όμως, αυτοί οι πρακτικοί λόγοι δεν υπάρχουν. Τότε, κυριαρχούσε η αγραμματοσύνη, στην κοινωνία, μα τώρα είναι πλατειά απλωμένη η γνώση και η πολιτική πείρα και πρέπει να το καταλάβουμε. Τώρα, πια προϋπόθεση για να βγούμε από την οικονομική κρίση είναι το ξύπνημα από τον πολιτικό μας ύπνο. Στη δημοκρατία οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, μέσα σε ό,τι ορίζουν οι Νόμοι, επειδή τους αρέσει και όχι επειδή τους υποχρεώνουν. Να έχουν ελευθερία να αποφασίζουν, διότι τότε έχουν όρεξη να δημιουργούν. Αυτή πρέπει να είναι η βασική φροντίδα των αρχόντων και όχι να μας φορτώνουν με δυσκολίες, όπως οι δικοί μας. Να κάνουν κουμάντο με βάση την θέλησή μας και όχι τη δική τους. Τότε η δημοκρατία είναι πραγματική, μα οι δικοί μας επιμένουν στο αφεντηλίκι και γι αυτό δεν πρέπει να τους εμπιστευθούμε για το καινούριο που γυρεύουμε. Να τους κρατήσουμε μακρυά.»

Αυτά, που είπε ο Γιάννης, τα ήξεραν όλοι, πια, μα καλό έκανε που είπε καθαρά και σταράτα, πως αλλού έπρεπε να ψάξουν, αν ήθελαν να βρουν δασκάλους να τους μιλήσουν για τη δημοκρατία που τους έπρεπε.

Ο Μιχάλης, που όλοι τον έβλεπαν σαν μελλοντικό υποψήφιο, αλλά ο ίδιος δίσταζε, να μπει σε μια δοκιμασία για ένα χώρο που, όπως ήταν, δεν τον τραβούσε καθόλου, βρήκε την ευκαιρία να πει τα πράγματα όπως τα έβλεπε ο ίδιος :
«Το ότι στην κοινωνία μας, για όποιον θέλει να ανακατευθεί στο αρχοντολόι, λένε ότι «κατεβαίνει» στην πολιτική, σαν να είναι μια κατηγορία, είναι μια πρόκληση για την πνευματική ηγεσία μας. Δεν είναι δυνατόν να προοδεύσει ένας Λαός, που δεν υπερασπίζεται την πολιτική του ζωή, θεωρώντας την ανάξια του εαυτού του. Οφείλουν οι πνευματικοί μας άνθρωποι να προτείνουν με την ποιότητα, την σοφία, την εμπειρία και το κύρος τους, το χτίσιμο μιας νέας πολιτικής ζωής, που θα μετατρέψει την σημερινή ταπεινωτική «κάθοδο» στην πολιτική, σε τιμητική «είσοδο».
Δεν είναι παραδεκτό, να ανέχονται, αδιαμαρτύρητα, την καταστρεπτική διάσταση ανάμεσα στην επιστημονική, καλλιτεχνική, πνευματική ποιότητα και στις πρακτικές της πολιτικής μας ζωής..
Δεν είναι επιτρεπτό, στη χώρα που το γόνιμο συνταίριασμα Φιλοσοφίας και Δημοκρατίας, γέννησαν τον πιο ανθρώπινο πολιτισμό, οι πνευματικοί άνθρωποι να κρατούν αδιάφορη στάση, απέναντι σε άτολμες, μίζερες και μικροκομματικές διαδικασίες για μπαλώματα στο ξεπερασμένο Σύνταγμα της ξεφτισμένης δημοκρατίας μας.
Να μην ενοχλούνται από τις μικροκομματικές προσπάθειες, να κρυφτούν οι αιτίες του κακού, που σέρνονται, μέσα σε ένα αρρωστημένο πολιτικό περιβάλλον. Να μην καταγγέλλουν όλα αυτά τα επικίνδυνα πολιτικά συμπτώματα, τα οποία αποδεικνύουν τη βαρειά ασθένεια της Δημοκρατίας μας. Να επιτρέπουν στον εαυτό τους, να πηγαίνουν στην μπάντα, επειδή εισπράττουν την αντιπάθεια, ή και την εχθρότητα των πολιτικών, για την ανάμειξή τους στα κοινά, που είναι τόσο πολύτιμη.
Πρέπει η πίστη και η φροντίδα των πνευματικών ανθρώπων, να γίνουν πολύ βαθύτερες, για το ρόλο της Δημοκρατίας, που δεν αρκεί να ακολουθεί τις κοινωνικές εξελίξεις, αλλά πρέπει και να τις προετοιμάζει και να τις οργανώνει. Μπροστά τους παρουσιάζεται, σήμερα, ευκαιρία δόξας τους, για μεγάλη εθνική προσφορά».

Οι πολλοί, όχι μόνο συμφωνούσαν, αλλά ήταν ενθουσιασμένοι με αυτά που είχαν πει ο Γιάννης και ο Μιχάλης, μα υπήρχαν και κάποιοι, που έλεγαν γιατί τόση φασαρία και να μην κοιτάξουν να πείσουν τους άρχοντες να αλλάξουν τα πράγματα όπως πρέπει. Την απορία τους ανάλαβε να λύσει ο Μενέλαος, που σαν παληός άρχοντας, ήξερε, από τότε, καλά το σκεφτικό τους και είπε :
«Θα σας πω ένα ακόμη λόγο, για να μην προσδοκάτε, ότι θα έχουμε βοήθεια από τους σημερινούς άρχοντες. Όταν μιλούσαμε, παληότερα, για αλλαγές στο Σύνταγμα και είπα ότι πρέπει να σεβαστούμε και την γνώμη ανθρώπων, που δεν είναι άρχοντες, αλλά ξέρουν πολλά, μου ρίχτηκαν, λέγοντάς μου, ότι αρμόδιοι είναι μόνο οι τότε άρχοντες και όχι οι επιστήμονες ή οι σοφοί απλοί άνθρωποι. Δηλαδή, κατά τη γνώμη τους, στην Πατρίδα μας οι επιστήμονες, οι τεχνοκράτες, οι καλλιτέχνες, οι πνευματικοί άνθρωποι, οι διανοούμενοι, δεν έχουν πολιτική σκέψη και δεν μπορούν να βοηθήσουν για ένα καλύτερο πολιτικό Αύριο. Όσο για την περίπτωση να ακούσουν την γνώμη και των απλών ανθρώπων, ούτε κουβέντα. Τους έχουν για φουκαράδες, που είναι σαν να μην υπάρχουν καθόλου. Για σκεφτείτε, τι πιο ρατσιστικό και πέρα για πέρα αναξιοκρατικό, θα μπορούσε να ειπωθεί στη γενέθλια χώρα της Δημοκρατίας;
Ποιοι είναι, τότε, εκείνοι οι οποίοι θα μπορούσαν να δώσουν μια ελπιδοφόρο κατεύθυνση, ένα ζωογόνο πνεύμα, στην αναγεννητική προσπάθεια που έχουμε ανάγκη, για μια ποιοτική Δημοκρατία, που προσδοκούμε και αξίζουμε. Για μια δημοκρατία που όλοι μας θα μπορούμε να παίρνουμε μέρος στις αποφάσεις, που καθορίζουν τη σημερινή ζωή μας και θα στηρίζουμε τα κυβερνητικά οικονομικά προγράμματα, για το καλό της προόδου και της ευημερίας μας .
Μόνο οι άνθρωποι του πνεύματος, των επιστημών, των τεχνών και των επιχειρήσεων; μπορούν να το επιτύχουν. Είναι ανάγκη, λοιπόν, να αντισταθεί η ίδια η πνευματική και η κοινωνική μας ηγεσία, αναλαμβάνοντας δράση διεκδίκησης και απόδοσης στους απλούς ανθρώπους του κουμάντου που κρατούν στα χέρια τους, σαν να είναι επιταγμένο, οι σημερινοί άρχοντες.
Τη νέα πολιτική σκέψη μπορούν να την φέρουν μόνο αυτοί που κατέχουν τη Γνώση και οραματίζονται τις Ιδέες. Αυτοί που διαθέτουν ελεύθερο πνεύμα.
Το ξύπνημα είναι και δικό μας καθήκον, μα θέλουμε μπροστάρηδες τους διανοούμενους της Πατρίδας μας. Δική τους είναι πια η ευθύνη για τη βελτίωση της ποιότητας της Δημοκρατίας μας.»

Ήταν φανερό, από όσα είχαν ειπωθεί, ότι την ευθύνη και την καταλληλότητα για να δείξουν τον δρόμο, για την μεγάλη αλλαγή, την είχαν οι πιο μορφωμένοι της Χώρας. Το Πώς θα γινόταν αυτό, κατάλληλος άνθρωπος, για να το πει, ήταν ο Δάσκαλος και γι’ αυτό το ανάλαβε. Το τι τους είπε, όμως, θα το διαβάσουμε στο ιστοριάκι της Κυριακής, που μας έρχεται

(Visited 63 times, 1 visits today)

Προσθήκη νέου σχολίου

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *