Η γνώση της πηγής του κακού, είναι η μισή γιατρειά του

Στο ώμορφο κεφαλοχώρι Ηλιόφωτο, της Χώρας του Ήλιου και της Θάλασσας, μια παρέα φίλων συνήθιζε την Κυριακή, μετά την Λειτουργία, να μαζεύεται στο καφενείο της Πολυξένης και να συζητά κάποια θέματα, έξω από την καθημερινότητά τους.

Στην τελευταία συζήτηση, είχαν συμφωνήσει ότι αφού οι άρχοντες νοιάζονται, κυρίως, για το πως θα σιγουρέψουν το αφεντηλίκι τους, τάζοντας πολλά και δίνοντας ψίχουλα με δανεικά, θα έπρεπε και αυτοί να νοιαστούν, για το πώς θα μπορούν να περνούν ανθρωπινά από μόνοι τους.

Στην συζήτηση απάνω, είχε πεταχτεί ο θαρραλέος Κωσταντής και με βροντερή φωνή είχε πει, για τους άρχοντες, «Είναι άχρηστοι, πρέπει να μας ρωτάνε πρώτα» και πολλοί τον χειροκρότησαν και είχαν φωνάξει ναι-ναι!

Αυτή την Κυριακή ήταν καλοσύνη και είχαν μαζευτεί και πολλοί άλλοι στα γύρω τραπεζάκια.

Του απάντησε ο Γιάννης, που ήταν η σειρά του να μιλήσει, μα επειδή ήθελε τα λόγια του να ακουστούν από όλους, σηκώθηκε όρθιος και είπε φωναχτά:
«Το πρόβλημα είναι, Κωσταντή, ότι εμείς τους δώσαμε το δικαίωμα να μην μας ρωτούν για τίποτα. Δεχθήκαμε το Σύνταγμα που έχουμε, που τους δίνει αυτό το δικαίωμα, χωρίς να νοιαστούμε να κρατήσουμε μια πισινή, για την κακή ώρα. Το υπογράψαμε, ζητώντας να μας λύνουν τα προβλήματά μας, διότι έτσι μας βόλευε, ενώ μόνο εμείς μπορούμε να τα λύνουμε.

Μόνη μας παρηγοριά έχουμε, ακόμη, την ελπίδα, ότι κάποιος θα βρεθεί, που θα έχει το μαγικό φίλτρο της μάγισσας, ή το μαγικό ραβδί της νεράιδας, να πείσει τους ξένους δανειστές, να μας χαρίσουν τα χρέη μας.

Είναι παράξενο ότι από την μια καμαρώνουμε για την Δημοκρατία των προγόνων μας, που κατάργησε τους άρχοντες – μονάρχες, που έκαναν ότι ήθελαν, και από την άλλη ψάχνουμε, με αγωνία, τον αρχηγό – αφέντη, που θα τον προσκυνούμε για να μας σώσει.

Αν χρειαζόμαστε σώνει και καλά κάποιον να τον κάνουμε αφέντη, τότε δεν είμαστε δημοκράτες. Προς τι, λοιπόν, ορκιζόμαστε συνέχεια για την αξία της Δημοκρατίας; Όσο θαυμάζουμε και δυναμώνουμε τους Αρχηγούς, τόσο αδυνατίζουμε τον πολιτικό μας εαυτό. Αρχηγοί πέρασαν και αρχηγοί θα περάσουν, σωτήρες σβήστηκαν και σωτήρες θα σβηστούν, χωρίς να αλλάξει τίποτα, όπως και μέχρι τώρα. Ανεχθήκαμε το μονοπώλιο της εξουσίας τους και τους επιτρέψαμε να χτίσουν ένα δικό τους πύργο, θεμελιωμένο στον σβέρκο μας και μένουμε υποτακτικοί τους.

Ποιά ανάγκη έχουμε να τους παραδίνουμε όλη την εξουσία και να τους προσκυνούμε, αφού αποδείχτηκε, πια, ότι συνεχώς αποτυχαίνουν;»

«Όχι άλλο πια, να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας.» φώναξε ξανά θυμωμένος ο Κωσταντής.

Ο παληός Δάσκαλος του χωριού, που ήταν εκεί, βρήκε ευκαιρία να εκφράσει κάτι που τον απασχολούσε και τον ίδιο και είπε:
«Στ’ αλήθεια, μας είναι τόσο απαραίτητο να δίνουμε τόση αξία και δύναμη στους άρχοντες, ώστε να αποφασίζουν αυτοί για εμάς; Τόσο πολύ υποτιμούμε το πολιτικό δαιμόνιο της φυλής μας;

Αν πραγματικά είμαστε δημοκράτες, είναι ώρα να βάλουμε καλά στο νου μας, ότι μόλις σηκώσουμε όρθιο το κεφάλι μας θα σωριαστεί σε ερείπια και αποκαΐδια ο πύργος που έχουν χτίσει στις πλάτες μας.

Οι τόσες αποτυχίες τους μας υποχρεώνουν να δοκιμάσουμε, επί τέλους, να λύσουμε μόνοι μας τα προβλήματά μας και να καθορίζουμε, με δική μας ευθύνη, το μέλλον μας. Οι σοβαρές και μεγάλες αποφάσεις να παίρνονται από εμάς τους ίδιους, αφού εμείς πληρώνουμε, τελικά, το λογαριασμό

Όλα θα αλλάξουν, όταν εμείς αποφασίσουμε ότι δεν τους χρειαζόμαστε και μπορούμε μόνοι μας να χαράξουμε το καινούργιο μας δρόμο. Οι αρχηγοί φθείρονται και τελειώνουν, μα η Δημοκρατία βελτιώνεται και ανανεώνεται από τις ατέλειωτες γενεές που ακολουθούν η μια την άλλη. Άμα μια φορά εμπιστευθούμε τη δύναμή μας και αναλάβουμε τις ευθύνες μας, θα πεθάνει η ιδέα των σωτήρων και θα γεννηθεί ξανά στον τόπο μας η πραγματική δημοκρατία. Είναι πια ώρα να το αποφασίσουμε και να το να απαιτήσουμε, να μας ρωτούν πριν αποφασίζουν για πράγματα, που χαράζουν τον δρόμο της ζωής μας.

Αυτά είχα, συμπατριώτες να σας πω και στο δικό σας χέρι, είναι αν θα συνεχίσουμε να περιμένουμε την σωτηρία μόνο από τους άρχοντες, ή αν θα τους υποχρεώσουμε να αποφασίζουμε μαζί για τα μεγάλα, που καθορίζουν την ζωή μας.»

Η κουβέντα συνεχίστηκε μεταξύ τους, μα στο τέλος όλοι έφυγαν ευχαριστημένοι, νοιώθοντας ότι άξιζαν οι αλήθειες που άκουσαν.

Φάνηκε, καθαρά, ότι οι περισσότεροι κατάλαβαν τις ρίζες του κακού και όπως, έλεγαν οι παππούδες του χωριού «Η γνώση της πηγής του κακού, είναι η μισή γιατρειά του».

Μπορεί, λοιπόν, κάτι καινούργιο και ελπιδοφόρο να άρχιζε για την Πατρίδα τους.

Αν πραγματικά άρχισε, είναι μια άλλη ιστορία

(Visited 69 times, 1 visits today)

Προσθήκη νέου σχολίου

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *