Η δήθεν προστασία του πολίτη και η σκοπιμότητά της

Η πλατεία του Ηλιόφωτου ήταν γεμάτη κόσμο, όταν τέλειωσε τον λόγο του ο Φιγούρας, ο βουλευτής της περιοχής, που καταχειροκροτήθηκε, όπως πάντα, όταν σπάνια έβγαζε λόγο στο χωριό. Αυτή τη φορά είχε έρθει να τους πει ότι στην Βουλή είχαν κάνει αλλαγές στο Σύνταγμα, που προστάτευαν τους ανθρώπους της Χώρας του Ήλιου και της Θάλασσας, από μεγάλους κινδύνους. Τα παλαμάκια ήταν πολλά, μα η αλήθεια ήταν ότι κανένας δεν κατάλαβε ποιοί ήταν αυτοί οι κίνδυνοι, που τους απειλούσαν. Είχαν ειρήνη με τις γειτονικές χώρες και με την δημοκρατία είχαν εξαφανιστεί οι τύραννοι που τους καταπίεζαν .

Όταν οι πρόγονοί τους είχαν αποφασίσει να κάνουν οι ίδιοι κουμάντο στην Πολιτεία τους, να ζουν , δηλαδή, με δημοκρατία, δεν γύρευαν πιο πολύ προστασία, αλλά περισσότερη ελευθερία. Προστασία είχαν πολλή και πριν, αφού όλοι και όλα ήταν περιουσία των βασιληάδων που πολεμούσαν γενναία, για να μην την χάσουν. Αυτό που ήθελαν οι πρόγονοί τους, όταν επαναστάτησαν, ήταν να μην υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι, αφεντικά και υποταχτικοί, προστάτες και προστατευόμενοι, αλλά να μοιράζονται όλοι μαζί το κουμάντο της Πολιτείας και ο ένας να προστατεύει τον άλλον. Και έτσι έκαναν σπουδαία πράγματα και τους έγραψε η ιστορία.

Αυτά μπορεί να μην τα είχε διαβάσει ο Κωσταντής, διότι δεν ήξερε πολλά γράμματα, μα τα ένοιωθε μέσα του και αναρωτήθηκε τι σόι προστασία ήταν αυτή και από ποιούς κινδύνευε.

Όταν το απόβραδο βρέθηκε με την παρέα του στον καφενέ της Πολυξένης, και έπιναν το ουζάκι τους, είπε την απορία του στον Μιχάλη, που και ο ίδιος ήταν σκεφτικός, από όσα είχε ακούσει. Του είπε, λοιπόν, τα παρακάτω:
«Άκου Κωσταντή, τα πράγματα πάνε να κυλήσουν πάλι προς τα πίσω, τότε που είχαμε βασιληάδες και έκαναν όλο το κουμάντο μοναχοί τους. Τώρα, παρ’ όλο που τους άρχοντες τους διαλέγουμε εμείς, αυτοί θέλουν να κουμαντάρουν την Πολιτεία μόνοι τους, χωρίς εμάς. Βρήκαν, λοιπόν, το κόλπο να μας αποκοιμίζουν, με ωραία χορταστικά λόγια, πως τάχατες εκείνοι προστατεύουν τα δικαιώματά μας και μας γλυτώνουν από μεγάλους κινδύνους. Μας λένε, όμως, για πράγματα προστατευμένα εδώ και πολλά χρόνια, σε όλο τον κόσμο και για φόβους που δεν υπάρχουν. Είναι άχρηστη, με δυο λόγια, η προστασία για την οποία μας μιλούν. Είναι σαν να μας πουλούν φύκια, για μεταξωτές κορδέλες.
Βρήκαν έναν ύπουλο τρόπο, για να μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν αυτοί στον τόπο μας. Όμως, οι πραγματικοί κίνδυνοι δεν έρχονται από εχθρούς μας, αφού δεν έχουμε πόλεμο με κανέναν, αλλά από τους ίδιους, με αυτά που κάνουν για να ωφελήσουν τον εαυτό τους. Ζημιά δεν φαίνεται να κινδυνεύουμε να πάθουμε από ξένους, αλλά μόνο από τους ίδιους τους άρχοντές μας, που νοιάζονται για τον εαυτoύλη τους, αδιαφορώντας για μας και την Χώρα μας.»

Ο Βαγγέλης, που είχε ακούσει να μιλούν στην τηλεόραση για προσωπικά δεδομένα, αντιμίλησε και είπε ότι δεν ξέρει ακριβώς τι είναι αυτά, μα κατάλαβε ότι θα είναι πολύ επικίνδυνα πράγματα, για τον καθένα, αν μαθευόταν. Τώρα όμως, που έκαναν τις αλλαγές στο Σύνταγμα, δεν υπάρχει πια αυτός ο κίνδυνος. Φαίνεται, λοιπόν, ότι κάτι καλό έκαναν και γι αυτό καμαρώνουν σαν γύφτικα σκεπάρνια.

Ο Γιάννης, που όπως ο Μιχάλης είχε μπαφιάσει να ακούει τιποτένια πράγματα να τα παριστάνουν για σπουδαία, βρήκε την ευκαιρία για να πει :
«Τα τι πιστεύουμε, τι κάνουμε, που πάμε, τι λέμε και όλα αυτά που τα λένε προσωπικά δεδομένα, τα καταγράφουν, κάθε στιγμή, οι δορυφόροι ξένων κρατών, για λογαριασμό τους, με βάση συμφωνίες που κι αυτοί έχουν υπογράψει, χωρίς να μας ρωτήσουν . Επομένως, τα ξέρουν όλα και αυτοί και οι όποιοι επιτήδειοι τα χρειαστούν. Μας μιλούν, λοιπόν, για θώρακες, εγγυήσεις και άμυνες, που μας εξασφαλίζουν, απέναντι σε απειλές, που μόνο αυτοί τις βλέπουν. Ο σκοπός τους είναι να μας αποκοιμίζουν, για να μην έχουμε απαιτήσεις. Πλαταίνουν την προστασία τους, για να βαθαίνουν το σκύψιμο του δικού μας κεφαλιού στις προσταγές τους. Μας τάζουνε παράδεισο ασφάλειας, μα μας πηγαίνουν σε κόλαση υποταχτικών Μας μπάφιασαν στις ψευτιές.
Η αλήθεια είναι, ότι άμα θέλεις να προστατέψεις κάποιον, του δείχνεις το πώς μπορεί ο ίδιος να προφυλαχτεί από ένα κίνδυνο που τον βλέπει και τον ανησυχεί. Ακόμη, του φανερώνεις κάτι κακό που έρχεται, αλλά δεν τον βλέπει και του δείχνεις πώς να το αποφύγει. Αυτά που προστάζουν οι άρχοντες, να κάνουν οι απλοί άνθρωποι, σαν υποχρεωτική προστασία από έναν κίνδυνο, αληθινό ή ψεύτικο, είναι αλυσίδες που τους στερούν την ελευθερία τους. Είναι σαν να σκλαβωνόμαστε με την θέλησή μας.»

Ο καπετάν Νικόλας, που με τα ταξείδια του είχε δει και ακούσει πως κυβερνιούνται άλλες Πολιτείες, που οι άνθρωποι, εκεί, είναι ευχαριστημένοι, τράβηξε μια ρουφηξιά από το ποτηράκι του και γεμάτος από την ειλικρίνεια που δίνει στον ναυτικό η θάλασσα, τους είπε
«Η Πολιτείας μας όχι μόνο παρασκούριασε, αλλά και χώθηκε παντού στη ζωή μας. Όσο, όμως, πιο πολύ σου λέει πως θα σε προστατέψει, τόσο πιο σκληρά σε διαφεντεύει. Όσο πιο πολύ την βάζεις πάνω από το κεφάλι σου, για να την τιμήσεις, τόσο πιο πολύ σε βάζει κάτω από τα πόδια της, για να σε πατήσει. Σε ναρκώνει, σου λέει μη νοιάζεσαι, εδώ είμαι εγώ, μα αντί να σε παίρνει στην αγκαλιά της να σε φροντίσει, σου ρουφά το ίδιο σου το αίμα.
Οι άρχοντές μας έχουν συνηθίσει, διότι έτσι τους συμφέρει, να παριστάνουν τους «Πατερούληδες», που φροντίζουν για όλους και για όλα. Σε βεβαιώνουν ότι ξέρουν τι θέλεις και από τι κινδυνεύεις και θα σε προστατέψουν, φτάνει να είσαι καλό παιδί και να κάθεσαι ήσυχα στην γωνιά σου.
Ο παράδεισος στην πολιτική, όμως, για έναν άνθρωπο ελεύθερο, δεν μπορεί να είναι μια ομπρέλα που σε προστατεύει, αληθινά ή ψεύτικα. Η περισσή προστασία είναι όπως ο Δούρειος Ίππος, που δεν είχε μέσα του την ευλογία του τέλους του πολέμου, αλλά την αρχή της σκλαβιάς από τον εχθρό
Ο προκομμένος άνθρωπος χρειάζεται ένα ανοιχτό πέλαγος για να ταξειδέψει, ή ένα ανοιχτό ορίζοντα για να πετάξει, ώστε να μπορεί να παίρνει πρωτοβουλίες και να δουλεύει αποτελεσματικά, για το καλό το δικό του και της Πολιτείας. Δυνατότητες που είναι φτερά θέλει και όχι προστασίες που είναι άγκυρες. Οι άρχοντές μας θαρρούν πως μπορούν μέσα σε ήσυχα λιμάνια να τα κάνουν όλα μόνοι τους και να φέρουν πρόοδο, μα είναι βαθειά νυχτωμένοι και δεν μπορούν να δουν την σωστή πορεία στην πυξίδα

Ο Βασίλης, όσο καταλάβαινε, από τα παράπονα των συγχωριανών του, ότι η Πολιτεία τους είχε μείνει σκουριασμένη και αποτυχημένη, στενοχωριόταν πιο πολύ. Ήξερε ότι η ζημιά προερχόταν και συνεχιζόταν, από το πείσμα των αρχόντων να κάνουν εντελώς μόνοι το κουμάντο, θεωρώντας ότι το μυαλό των απλών ανθρώπων δεν έχει πήξει αρκετά. Δεν τους λογάριαζαν για άξιους να βάζουν ένα χέρι βοήθειας, ώστε να πάνε καλύτερα, για όλους, τα πράγματα. Έχοντας στο μυαλό του πόσο διαφορετικά, προς το καλύτερο, θα μπορούσαν να είναι όλα στην Πατρίδα του, είπε με πόνο ψυχής δυο κουβέντες :
«Όλα αυτά τα ανάποδα, δεν θα υπήρχαν, αν το Σύνταγμά μας, ήταν μια συμφωνία ελευθερίας μεταξύ μας, αντί να είναι ένα συμβόλαιο παράδοσής μας στους βουλευτές, για να μας κάνουν ό,τι θέλουν. Αυτό εκμεταλλεύθηκαν οι βουλευτές και το γέμισαν, στην συνέχεια με άχρηστες προστασίες, για να λιγοστέψουν τις δικές μας ελευθερίες.
Αυτό, λοιπόν, που έχουμε ανάγκη είναι να μας αναγνωριστεί ότι κι εμείς είμαστε σοβαροί και υπεύθυνοι και δεν χρειαζόμαστε να μας προστατεύουν, αλλά να μας δημιουργούν ευκαιρίες να προοδεύουμε.
Αυτό είναι που πρέπει να μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο, για να έχουν μια καλύτερη τύχη.»

Ο Κωσταντής, που δεν περίμενε να γίνει τόση κουβέντα για σοβαρά πράγματα, με την ερώτησή του, ρώτησε τον Βασίλη, γεμάτος ζήλεια την ώρα που έφευγαν, αν πραγματικά σε άλλες χώρες, οι άνθρωποι αποφασίζουν μόνοι τους για το ποιες προστασίες θέλουν από την Πολιτεία τους. Ναι, του απήντησε ο Βασίλης, και ποιες προστασίες και ποιες ελευθερίες.

Μα το πως γίνεται αυτό, είναι μια άλλη ιστορία

(Visited 32 times, 1 visits today)

Προσθήκη νέου σχολίου

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *