Μονοπώλιο, που ρημάζει ανθρώπους και τόπους

Ήταν 17 Νοέμβρη και η Χώρα του Ήλιου και της Θάλασσας, γιόρταζε την γενναιότητα της νεολαίας της, να τα βάλει, πριν πολλά χρόνια, με τους δικτάτορες που την τυραννούσαν. Παρά τις πολλές ελπίδες εκείνης της εποχής, για καλύτερη ζωή, η χώρα ήταν καταχρεωμένη και ο κόσμος δυστυχούσε.

Ο Μιχάλης ήταν μικρό παιδί όταν οι φοιτητές τα είχαν βάλει με την δικτατορία, μα θυμόταν πως φώναζαν μαζί με πολύ κόσμο, «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία». Οι δικτάτορες έπεσαν και είχε έρθει η ελευθερία, μα τώρα κάτι πήγαινε στραβά και είχε έρθει και μεγάλη ανέχεια. Ο κόσμος έβριζε τους πολιτικούς άρχοντες, μα αυτό δεν έδειχνε να βοηθά στο να φτιάξουν τα πράγματα.

Ο Μιχάλης, σαν νέος επιστήμονας, αποφάσισε, σε συνεννόηση με τον Πρόεδρο του χωριού, να κάνει μια ομιλία στην πλατεία.

Ήθελε, με αφορμή τον εορτασμό αυτής της μέρας, να εξηγήσει πως ένα λάθος, εκείνης της εποχής, ήταν αυτό που έφταιγε και δυστυχούσαν. Το λάθος ήταν ότι όταν είχε πέσει η δικτατορία, οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι, μα περίμεναν να νοιαστούν κάποιοι άλλοι για το δικό τους ψωμί, την παιδεία και την ελευθερία.

Ο Μιχάλης ήλπιζε ότι θα έκανε τους συγχωριανούς του να καταλάβουν, ότι αυτό ήταν το μεγάλο λάθος, διότι αυτά τα σπουδαία αγαθά, δεν στα δίνουν οι άλλοι, όσο κι αν στα τάζουν, αλλά αγωνίζεσαι και τα αποκτάς μόνος σου.

Το νέο για την ομιλία, που ήταν σπάνιες στην περιοχή τους, μαθεύτηκε και στα γειτονικά χωριά και μαζεύτηκε αρκετός κόσμος στην πλατεία, μετά την εκκλησιά. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχαν και πολλές αγροτικές δουλειές εκείνη την εποχή. Ανεβασμένος σε μια πρόχειρη εξέδρα, μίλησε πρώτος ο Μιχάλης και είπε :
«Συμπατριώτες,
ζούμε, την εποχή αυτή, μέσα στην κακοπέραση και στο φόβο ότι μπορεί να τα χάσουμε όλα, αν πέσουν έξω τα οικονομικά της Πατρίδας μας.
Κάθε μέρα είμαστε στημένοι στις τηλεοράσεις, γεμάτοι ανησυχία, για να μάθουμε το τι θα αποφασίσει ο Πρωθυπουργός μας, για τις τράπεζες, τους μισθούς, τις συντάξεις, τους φόρους, την τύχη των καρπών της γης μας και για όλα, όσα είναι η ίδια η ζωή μας. Οι δικές του αποφάσεις και μόνον, διότι όλοι οι άλλοι τον υπακούν, καθορίζουν αν θα καλυτερέψει η ζωή μας και αν θα περνούν καλά αύριο τα παιδιά μας.

Δεν μας κάνει, όμως, καθόλου εντύπωση, ότι σε μια διεθνή συνάντηση, ό πρωθυπουργός μας και ο όποιος υπουργός του, μπορεί να λένε σωστά πράγματα, ή να κάνουν καραγκιοζιλίκια, και ανάλογα στην στάση τους καθορίζεται η τύχη όλων μας, από πρωθυπουργούς ξένων χωρών, που τους χρωστάμε λεφτά. Ανάλογα, δηλαδή, στις γνώμες των δικών μας, σωστές ή λάθος, στην διάθεσή τους αν ξύπνησαν καλά ή όχι, και στα προσωπικά τους πολιτικά συμφέροντα, καθορίζεται αν θα υποδουλωθεί οικονομικά, ή αν θα διατηρήσει απείραχτη την εθνική του κυριαρχία, το ίδιο μας το Κράτος. Αν θα καταδικαστούμε σε πείνα, ή αν θα έχουμε ελπίδα για ένα καλλίτερο αύριο, για μας και τα παιδιά μας.

Περιμέναμε, από κάθε νέα κυβέρνηση καλυτέρευση της καθημερινότητάς μας, αλλά δεν θέλαμε, βέβαια, αυτό να γίνεται σε βάρος της αυριανής ζωής, τόσο της δικής μας, όσο και των παιδιών μας. Δεν ξέραμε ότι οι κυβερνήσεις δανείζονταν ξένα λεφτά, για να κάνουν οι πρωθυπουργοί τους κουβαρντάδες, αλλά χρέωναν εμάς και τα παιδιά μας. Έλεγαν πως θα κάνουν έργα και θα γύριζαν πίσω τα χρωστούμενα, μα τα σπαταλούσαν σε μη χρειαζούμενα..Αντί να φροντίσουν να μας βοηθήσουν να μεγαλώσουμε την παραγωγή μας και να καλυτερέψουν τα οικονομικά μας, δανείζονταν για να μας καλοπιάνουν με δοσίματα, ώστε να τους θεωρούμε καλούς και να τους ψηφίσουμε πάλι.

Μια ντουζίνα πρωθυπουργοί, εδώ και 40 χρόνια, πρόσθεταν χρέη στις πλάτες μας, μέχρι που αναγκάστηκε ένας να παραδεχθεί ότι το καράβι βουλιάζει. Οι άλλοι που ψηφίσαμε, υπόγραψαν βαρειές, σε βάρος μας, συμφωνίες, με αυτούς που τους χρωστούσε το Κράτος, χωρίς να μας ρωτήσουν. Γράφοντας στα παληά τους παπούτσια την γνώμη μας, δεσμεύτηκαν ότι τίποτα πια δεν θα αποφασίζουν αυτοί για μας, αν δεν παίρνουν πρώτα την άδεια από του δανειστές μας.»

Σταμάτησε ο Μιχάλης και ο κυρ Μενέλαος, που είχαν κανονίσει να είναι ο επόμενος ομιλητής, κούνησε τα χέρια του και το κεφάλι του επιδοκιμαστικά, για όσα είχε ακούσει. Ανέβηκε στην εξέδρα και όλοι περίμεναν τι θα τους πει, διότι απορούσαν, αφού σωστά ήταν αυτά που είχε πει ο Μιχάλης, τι άλλο μπορούσαν να κάνουν οι πολιτικοί.

Ο Μενέλαος, όμως, τους είπε :
«Δυστυχώς, το Σύνταγμά μας δίνει, πραγματικά, το δικαίωμα στους πρωθυπουργούς, να κάνουν ότι κατεβάζει η κούτρα τους. Είναι σαν εκείνον τον έμπορο, που έχει μονοπώλιο και πουλά όσο θέλει. Επιτρέπει σ αυτούς, που κάποια στιγμή τους ψηφίσαμε και τους εμπιστευθήκαμε, να καθορίζουν την τύχη μας και να αποφασίζουν για ο,τιδήποτε, χωρίς καμμία υποχρέωση να μας ρωτάνε. Ακόμη και για πράγματα που καθορίζουν αν η Πατρίδα μας, η Χώρα του Ήλιου και της Θάλασσα, που τόσο αγαπάμε, θα είναι πραγματικά ελεύθερη, ή θα την αλωνίζουν και θα κάνουν ό,τι θέλουν οι δανειστές μας.

Μάθαμε τώρα, όλοι, πως τα πράγματα πάνε κατά διαόλου, διότι χρωστάμε διπλάσια από αυτά που παράγουμε. Χρέος βαρύ και για πάντα αξεπλήρωτο. Θυμώνουμε, βρίζουμε και κατηγορούμε τους πολιτικούς ότι αυτοί έφαγαν τα λεφτά, μα δεν είναι όλη η αλήθεια Στο ίδιο διάστημα, χαρήκαμε κι εμείς αυτά που μας έδιναν για να μας καλοπιάνουν. Ίσως, γι αυτό δεν αμφισβητήσαμε ποτέ το δικαίωμά τους να αποφασίζουν αυτοί για δάνεια, που πρέπει να πληρώνουμε για πολλά-πολλά χρόνια εμείς.
Αγανακτούμε, με την κακή κατάσταση, μα δεν αναρωτιόμαστε τι δημοκρατία έχουμε, που το Σύνταγμά μας δίνει το δικαίωμα, σε κάθε πρωθυπουργό, να χρεώνει το Κράτος , δηλαδή εμάς, σε ξένους δανειστές. Και μάλιστα όχι μόνο για το διάστημα που κυβερνά, αλλά και για πολλές δεκαετίες μετά.

Ας σκεφθούμε αν είναι λογικό και δημοκρατικό, να μπορεί η κάθε πλειοψηφία στην Βουλή να μας χρεώνει, χωρίς να ξέρουμε εμείς τίποτα. Το μάθαμε, τώρα, που οι δανειστές γυρεύουν πίσω τα λεφτά τους. Βασίζονται, λένε, στην δημοκρατική νομιμοποίησή τους, που αποκτούν με τις εκλογές. Δηλαδή επειδή τους ψηφίσαμε, πρέπει σώνει και καλά, όχι μόνο να μας κάνουν ό,τι θέλουν, αλλά και να μας χρεώνουν. Μα αυτό δεν είναι δική τους δημοκρατική νομιμοποίηση, αλλά δική μας «δημοκρατική» υποδούλωση. Μας φορτώνουν ασήκωτα βάρη, με το έτσι θέλω.»

Ένας ψηλόκορμος αγρότης, ο Κωσταντής, που είχε έναν διεκδικητικό χαρακτήρα, φώναξε με δυνατή φωνή, «Είναι άχρηστοι, πρέπει να μας ρωτάνε πρώτα» και πολλοί τον χειροκρότησαν και φώναξαν ναι-ναι!

Του απάντησε ο Γιάννης, που ήταν η σειρά του να μιλήσει, μα το τι του είπε θα το διαβάσουμε την Κυριακή

Σχόλια(3)
    • Γιάννης Δημητροκάλλης

Προσθήκη νέου σχολίου

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιβεβαίωση * Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.